Αργά χθες το απόγευμα. Ο ήλιος κόντευε να δύσει, αλλά ο Γιώργος Λιθαδιώτης δούλευε ακόμη στο εργαστήριο φανοποιίας που έχει στη Σκόπελο. Ατέλειωτες οι ώρες που έχει περάσει δίπλα στη φωτιά και στο αμόνι, αφού κυριολεκτικά μεγάλωσε εκεί μέσα. Μάστορας ξακουστός στο νησί του, συνεχίζει επάξια την τέχνη που κληρονόμησε από τον πατέρα και τον παππού του, οι οποίοι πρώτοι ασχολήθηκαν με την κατασκευή παραδοσιακών φαναριών.

Ο 60χρονος φανοποιός μίλησε για το επάγγελμα που ακολουθεί μια ολόκληρη ζωή, αλλά και την οικογένειά του που δουλεύοντας τα κράματα του χαλκού στον πάγκο του φανοποιού δεκαετίες ολόκληρες, δαμάζει τα μέταλλα και φτιάχνει περίτεχνα αντικείμενα που ‘ναι δουλεμένα στο χέρι με περίσσιο μεράκι και επιμονή. Τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του είναι λιγοστά, αλλά αρκούν για να δουλέψει τα υλικά του. «Ο πάγκος του φαναρτζή δεν θέλει πολλά. Η πραγματική τέχνη για εμάς είναι να ενώνονται όλα τα κομμάτια και ακόλλητα, προτού γίνουν οι κασσιτεροκολλήσεις. Πάντως, όταν κάνεις κάτι που αγαπάς και σε γεμίζει η χαρά της δημιουργίας, όλα είναι πιο εύκολα», τόνισε ο κ. Λιθαδιώτης, ο οποίος δεν έκρυψε το συναισθηματικό του δέσιμο με το συγκεκριμένο επάγγελμα: «Γεννήθηκα μες στη δουλειά. Από πέντε ετών θυμάμαι τον εαυτό μου εδώ. Ο πατέρας μου δούλευε στο ισόγειο κι εμείς μέναμε ακριβώς από πάνω. Κάποτε το εργαστήρι ήταν στον Αη Γιάννη, στην εκκλησία απέναντι, αν και τα τελευταία χρόνια μεταφέρθηκε στους Μύλους, σ’ ένα ύψωμα όχι πολύ μακριά από το λιμάνι».

Το μακρινό 1887, μόλις μία τριετία μετά την έναρξη λειτουργίας των Σιδηρόδρομων Θεσσαλίας, ο Κανάρης Λιθαδιώτης, παππούς του Γιώργου, από τη Σκόπελο βρέθηκε στον Βόλο και μαθήτευσε δίπλα σ’ έναν θείο του, που κατασκεύαζε φανάρια ασετιλίνης για τις ατμομηχανές που κινούνταν στις ράγες του Εβάριστο ντε Κίρικο. Κι εάν το βαπτιστικό όνομα του προγόνου του προκαλεί απορίες, ο Γιώργος Λιθαδιώτης φρόντισε να ξεδιαλύνει τα πράγματα. «Ο πατέρας του παππού μου, ονόματι Σπυρίδων Λιθαδιώτης είχε γεννηθεί στη Λιχάδα, ένα χωριό στη βόρεια Εύβοια. Το όνομά του συναντάται στο αρχείο των αγωνιστών Ελληνικής Επανάστασης, είχε πάρει και μετάλλιο. Αφήνοντας την Εύβοια, εγκαταστάθηκε στη Σκόπελο, ενώ επειδή γνώριζε τον Κωνσταντίνο Κανάρη, επέλεξε για βαφτιστικό όνομα του παππού μου, το επίθετο του Ψαριανού ήρωα του ναυτικού αγώνα του 1821», αποκάλυψε αναδιφώντας στην ιστορία δύο αιώνων της οικογένειάς του.
Όταν ο παππούς του ενηλικιώθηκε, υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό υπό τις διαταγές του μπαρουτοκαπνισμένου Πλαστήρα. Στο πλευρό του «Μαύρου Καβαλάρη», έφτασε τον βαθμό του αρχιλοχία, μέχρι που έβγαλε τη στρατιωτική στολή και πήρε το καράβι της επιστροφής για τη Σκόπελο, όπου εξάσκησε την τέχνη που διδάχτηκε παιδί. «Αφότου γύρισε στο νησί παντρεύτηκε και δούλεψε ως φανοποιός», θυμήθηκε ο κ. Λιθαδιώτης, ο οποίος δεν πρόλαβε εν ζωή τον παππού του, μια και ο τελευταίος πέθανε το 1954 στα ογδόντα χρόνια του από ανακοπή καρδιάς, μια εξαετία προτού γεννηθεί εκείνος.

Πραγματικά ατέλειωτες οι θύμησες που κουβαλάει ο Γιώργος Λιθαδιώτης, ο οποίος αντιπροσωπεύει μια τέχνη που φθίνει, αν και ο ίδιος ελπίζει πως θα βρει συνεχιστή στο πρόσωπο της θυγατέρας του, Μερόπης. Η μεσαία από τις τρεις του κόρες αποφάσισε να πορευτεί στα βήματά του κι έτσι η τέταρτη γενιά της οικογένειας Λιθαδιώτη θα συνεχίσει να δημιουργεί. Κι εάν μία γυναίκα μπορεί να αντέξει τη δουλειά ετούτη; Ο έμπειρος μάστορας ανέσυρε από τη μνήμη του μια σχετική περίπτωση: «Κάποτε στον Βόλο υπήρξε γυναίκα φανοποιός. Η Ελένη Κοσμίδου. Όταν χήρεψε, κράτησε εκείνη το εργαστήριο και δούλευε περισσότερο και από τον άντρα της. Τόσο άξια ήταν. Όλα περνούσαν από το χέρι της. Η Μερόπη έχει τα ερεθίσματα και δείχνει πως αγαπάει την τέχνη του φανοποιού. Δεν με εκπλήσσει η απόφασή της να ακολουθήσει τα βήματά μου».

Χριστόφορος Σεμέργελης / Εφημερίδα Θεσσαλία