Η ζωή και η δράση του μεγαλύτερου κλεφταρματολού της Θεσσαλίας- Νότιας Μακεδονίας στα προ της Επανάστασης χρόνια και υπαρχηγού της πειρατικής Μαύρης Μοίρας του Σταθά , είναι γεμάτη δοξασίες και θρύλους. Σίγουρο είναι πως χρησιμοποιούσε ως καταφύγιο και ορμητήριο στη θάλασσα τις Σποράδες και ειδικότερα τη Σκιάθο.

Όταν ήταν 36 περίπου χρονών, σε μια συμπλοκή του με τους Τούρκους τραυματίστηκε θανάσιμα κι οι άντρες του τον μετέφεραν στο καράβι του όπου και ξεψύχησε. Για το πότε, πώς και πού συνέβησαν όλα αυτά υπάρχουν διάφορες εικασίες. Πάντως φαίνεται πως έγιναν μεταξύ του 1807 και 1810, κάτω απ’ το Λιτόχωρο ή την Κασσάνδρα.

Εκείνο το καράβι που μετέφερε το άψυχο κορμί του Νικοτσάρα, κατέληξε κατά την πιθανότερη εκδοχή που αναφέρει κι ο Παπαδιαμάντης, στη Σκιάθο και ειδικότερα στο Λεχούνι -κάτω απ’ τη Μονή του Ευαγγελισμού όπου υπάρχουν πολλές μαρτυρίες πως διέμενε ο Νικοτσάρας όταν βρισκόταν στο νησί-. Γι’ αυτό και λέει ένα δημοτικό τραγούδι:

«Στη Σκιάθο και στη Σκόπελο ποτέ κατής δεν κρένει, γιατί είν’ λημέρι του Σταθά, βίγλα του Νικοτσάρα Εκείνον που φοβέριζε και όλοι τον ετρέμαν πήγανε και τον θάψανε στου Λεχωνιού το ρέμα» Το αν όντως θάφτηκε στο Λεχούνι, είναι ακόμα αμφιλεγόμενο και το δαμασκί σπαθί του που μάλλον θα έπρεπε να υπάρχει στον τάφο του, αναζητείται…

Πάντως στο έρημο Λεχούνι βρέθηκε ψηλά στο ρέμα, ένας σωρός από λευκά βότσαλα κι εκεί από κάτω ο σκελετός ενός ανθρώπου κι ήταν λένε, λευκός ωσάν το χιόνι…