Αρώματα, αρώματα, σαν το κατώφλι άλλου κόσμου. Βρίσκομαι σε μια από τις Βόρειες Σποράδες, σ’ ένα από τα διαβολονήσια, όπως έλεγαν οι παλιοί θαλασσινοί. Πέρασα ολόκληρη τη χτεσινή μέρα ζαλισμένος από το ταξίδι· και τα σιδερικά πού μ’ έφεραν εδώ, 36 ώρες. Χάζευα στο παράθυρο μου. Κόσμος στα μουράγια, οι καφενέδες γεμάτοι. Σπίτι του Παπαδιαμάντη. Η γριά αδερφή του έκλαιγε καθώς μας μιλούσε γι’ αυτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινή ράτσα.

Το σπιτάκι καθαρό και ασπρισμένο, μια μεγαλωμένη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στον τοίχο στην κάμαρα όπου πέθανε· από το παράθυρο ως το μικρό σκιαθίτικο τζάκι, ένα στρώμα κατάχαμα σκεπασμένο μ’ ένα κιλίμι. Εκεί πάνω ξεψύχησε (2 Ιανουαρίου), αφού ζήτησε να τον σηκώσουν και να τον καθίσουν κοντά στη φωτιά. Το μόνο βιβλίο του πού είδα πάνω στο μικρό τραπέζι, μια φτηνή αγγλική έκδοση (Omnibus) του Σαίξπηρ. Σήμερα τα’ απόγεμα βρέθηκα σε μια μικρή ακρογιαλιά.

Μια ίσια γραμμή ο ορίζοντας πέρα, μια βάρκα αραγμένη και, μπροστά μου, τα βότσαλα σχηματισμένα από το κύμα, καθένα με τη δική του φυσιογνωμία, σαν τους ανθρώπους. Απέραντη γαλήνη. Μετά το βασίλεμα, ανεβήκαμε στο βουνό. Μονοπάτι κάτω απ’ τα λιόδεντρα· στην κορφή, το εκκλησάκι. Στο δρόμο, ένας τυφλός γέρος καθισμένος σ’ ένα πεζούλι, η μια παλάμη πάνω στην άλλη· άσπρα γένια, το άπλανο βλέμμα του. Παρακάτω, μια γριά φυλάγοντας πρόβατα με τα μαλλιά σαν ρόκα. Όταν φτάσαμε, σκύψαμε κατά την άλλη λαγκαδιά· η μυρωδιά του πεύκου. Ηρεμία. Να ‘ταν η ψυχή μου σαν τη θάλασσα, την ώρα εκείνη, πού έφευγε και δεν έφευγε, πού ήταν σα ζυγαριά και μ’ αυτό και μόνο σου δίνει το αίσθημα της δικαιοσύνης πού αναχαιτίζει τη μοίρα.

Το βουνό απέναντι σκοτεινό, ένας μαύρος όγκος, και στη γραμμή της ράχης, μια σπιθαμή πιο ψηλά, ο Αποσπερίτης. Κοίταξα μέσα στην εκκλησιά από τη μισάνοιχτη πόρτα. Η Ι. άναβε το κερί της μπροστά σ’ ένα εικόνισμα. Το κόκκινο φτωχό παραπέτασμα της ωραίας πύλης. Τα καντήλια έδιναν ένα ήπιο φως πού αράδιαζε χρυσά κοχύλια. Μια ατμόσφαιρα χρυσή και μαύρη: χρυσή, πασπαλισμένη με ψιλή σκόνη λιβανιού. Κατεβήκαμε· ένα μουλάρι, μια κόκκινη αγελάδα, έπειτα το γάβγισμα ενός σκύλου πάνω στο απέραντο κείμενο, τη θάλασσα. Στα «Πλατάνια», βρύση του Άι-Λιά. Επιγραφή: Εδώ είν’ ευτυχία, εδώ είν’ η χαρά, εις τα νερά τα κρύα, στα χόρτα τα χλωρά. Άλλα ο αγωγιάτης τραγουδά ακόμη: Είναι καρδιές που χαίρουνται, είναι καρδιές πού κλαίνε, είναι καρδιές οπού ποθούν και κανενός δε λένε, και ο θαλασσινός το βράδυ: Αγέρα καλοκαιρινέ, φέρε χαμπέρι και για με. Ένας από τους πιο σπουδαίους Έλληνες πού γνώρισα στη ζωή μου είναι ο φτωχός γέρος, ο φίλος μου ο Σωτήρης, πού έπαιζε βιολί, μας έλεγε παραμύθια και ήταν στα ογδόντα του χρόνια γεμάτος από τη δροσιά της αγάπης.

Ήταν σαββατογεννημένος, και γι’ αυτό κουβέντιαζε με τις νεράιδες. 35 ή 40 χρονώ τον άφησε η πρώτη του γυναίκα. Το διαζύγιο ήταν αρμόδιο να το βγάλει το δικαστήριο στο Βόλο. Περίπλοκη και πολυέξοδη υπόθεση τα χρόνια εκείνα: μετακινήσεις και τα ρέστα. Τον άφησε η πρώτη του γυναίκα και πήρε μιαν άλλη (πώς να κάνει χωρίς γυναίκα ένας φτωχός αγρότης)· δεν μπόρεσε όμως να τη στεφανωθεί.

Έτσι, σαν αστεφάνωτος, έζησε παρίας για τους συγχωριανούς του· τον καταφρονούσαν, κι αυτός τους έλεγε μπαμπακόκολους. Ήταν ωστόσο ένας τύπος της αρχοντιάς της φτώχειας ο Σωτηρης· τέτοιους ανθρώπους δεν μπορώ να τους φανταστώ σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου : Σωτηρης Ν. Σταμέλος η Τζαχείλας. Γύρισα από Σκιάθο Τρίτη πρωί και πήγα στο γραφείο όπως κάθε μέρα. Ζωή ταχτοποιημένη χωρίς πίστη και χωρίς πάθος. Την ξεσκόνισα λίγο και την ξανάπιασα εκεί πού είχε σταματήσει, μηχανικά. Καμιά φορά συλλογίζομαι ώρες το νησί· λίγες εικόνες: ένα παλιό μοναστήρι ανάμεσα σε δύο συμμετρικά πεύκα στην κορφή όπου ανεβαίνει το φιδωτό μονοπάτι· την ανεξάντλητη προσφορά της θάλασσας· ένα γέρο πού λέει παραμύθια το βράδυ.

Τ’ άλλα μαζεύουνται και σωπαίνουν γύρω από μιαν απουσία. Είκοσι μέρες απουσία, κι όμως ένα αγερικό τριγυρίζει μέσα στο ξεχασμένο δάσος και τρομάζει τις αισθήσεις. Δεν είναι εύκολο…»

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ «ΜΕΡΕΣ Α΄» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ