Σαν να πρόκειται για παλιό κρασί και θέλω να απολαύσω κάθε του γουλιά, διαβάζω αργά- αργά το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσιώλη που αναφέρεται στον ταξίδι του Μωραιτίδη στον Δεκέμβριο του 1901 στο Καρπενήσι κι όπως το περίγραψε ο ίδιος σαν «δημοσιογραφικός ταξιδειώτης» για λογαριασμό της εφημερίδας Ακρόπολις του «πατέρα» της δημοσιογραφίας στη σύγχρονη Ελλάδα, Βλάση Γαβριηλίδη.

Με συγκινεί η λαχτάρα του Κωνσταντίνου να εξηγήσει το κάθε τι που αναφέρει ο Αλέξανδρος για τον τόπο καταγωγής του, η δίψα του να ερευνήσει κάθε λέξη του κειμένου, ν’ ανακαλύψει όλα τα σημεία στα οποία στάθηκε ο Μωραΐτιδης, τα μέσα που χρησιμοποίησε, τους ανθρώπους που γνώρισε, ως και την παραμικρή λεπτομέρεια.

Γ’ αυτή τη σπουδή του συγκαιρινού μας συγγραφέα, δεν ευθύνεται μόνο η τελειομανία του. Σημαντικότερο ίσως λόγο παίζει το γεγονός πως διαβάζοντας τη διήγηση του Μωραιτίδη, τον οποίο ασφαλώς και υπεραγαπά, για το μοναδικό του ταξίδι στο Καρπενήσι, νιώθει πως κρατά στα χέρια του ένα σεντούκι θησαυρού. Το άνοιξε λοιπόν σιγά- σιγά και περιεργάστηκε με δέος ένα -ένα τα τιμαλφή του από πανάκριβες λεξούλες ώσπου αποφάσισε να μοιραστεί μαζί μας τη χαρά του.

Έτσι λοιπόν νομίζω πως δίκαια συμπεραίνω ότι εμείς οι Σκιαθίτες που έχουμε αμέτρητα παρόμοια σεντούκια από τους δύο Αλέξανδρους, είμαστε πάμπλουτοι κι ας μην έχουμε φτιάξει ακόμα ούτε ένα μουσείο για τον πρωτοπόρο της ελληνικής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και μέγα συγχωριανό μας, για τον οποίο φέτος συμπληρώνονται 90 χρόνια από το θάνατό του κι είναι ωραία αφορμή να το κάνουμε επιτέλους…