Το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου 1973, το Πολυτεχνείο ήταν γεμάτο από φοιτητές και άλλους νέους που αντιστέκονταν στη Χούντα των Αθηνών. Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών ανακοινώνει στους δημοσιογράφους το επαναστατικό μανιφέστο της εξέγερσης: «Αρχίζοντας πολιτικό αγώνα οι φοιτητές και οι Έλληνες εργαζόμενοι που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο, ξεκαθαρίζουν τις θέσεις τους και καλούν τον Ελληνικό Λαό να συσπειρωθεί γύρω τους, να αγωνιστεί μαζί τους ως την τελική νίκη. Όλοι ενωμένοι στον αγώνα για τη δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία…».

Η ηγεσία της Χούντας εξοργίζεται και η αστυνομία γίνεται πιο βίαιη. Οι συγκρούσεις μεταξύ φοιτητών – αρχών γίνονται σφοδρότερες ενώ οι συμπλοκές, εξαπλώνονται σε όλο το κέντρο της Αθήνας. Το Πολυτεχνείο μετατράπηκε σε Νοσοκομείο και οι φοιτητές σε εθελοντές τραυματιοφορείς και νοσηλευτές. Μεταξύ τους ο Διομήδης Κομνηνός από την Κύπρο. Μόλις 17 ετών, τελειόφοιτος Γυμνασίου, ετοιμαζόταν να ξεκινήσει σπουδές στο Πολυτεχνείο.

Ο πρώτος νεκρός του Πολυτεχνείου Ο Διομήδης, βαθιά πολιτικοποιημένος είχε βρεθεί και στη Νομική Σχολή κάποιους μήνες πριν όταν οι φοιτητές ήρθαν σε σύγκρουση με την αστυνομία. Εκείνη τη φορά τον ξυλοκόπησαν όμως γλίτωσε. Στο Πολυτεχνείο έφτασε το βράδυ της 14ης Νοεμβρίου. Στο σπίτι του πήγαινε μόνο για να πλυθεί και να αλλάξει ρούχα. Οι γονείς του, που κατάγονταν από την Κύπρο και ζούσαν Αθήνα, ποτέ δεν τον εμπόδισαν να μην ξαναπάει, το μόνο που του έλεγε ο πατέρας του ήταν «Κοίταξε να γυρίσεις γερός».

Το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου ενώθηκε μαζί με άλλους μαθητές, φοιτητές και πολίτες στη γωνία 3ης Σεπτεμβρίου, Μάρνη και Αβέρωφ, μεταφέροντας τραυματίες. Γύρω στις 21:30, ο Διομήδης έπεσε νεκρός λίγα μέτρα έξω από την πύλη του Πολυτεχνείου. Ο δολοφόνος του βρισκόταν μόλις 10 μέτρα μακριά του και τον σκότωσε ακαριαία με μια σφαίρα που τον βρήκε στην καρδιά. Ήταν φρουρός στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Όταν ο πατέρας του άκουσε πως στο Πολυτεχνείο έπεφταν πυροβολισμοί προσπάθησε να πλησιάσει όμως αυτό ήταν αδύνατο. Τότε πήρε σβάρνα τα Νοσοκομεία προσπαθώντας να εντοπίσει τον γιο του και πιστεύοντας πως απλά θα είχε τραυματιστεί στις συγκρούσεις.

«Η αστυνομία απαγόρευε παντού την είσοδο. Αργότερα μου τηλεφώνησαν φίλοι πως άκουσαν το όνομά του Διομήδη ανάμεσα στους νεκρούς που ανακοινώθηκαν στα δελτία ειδήσεων. Πήγα στο νεκροτομείο για αναγνώριση πτώματος.

Μου έδειξαν το παιδί μου παγωμένο και νεκρό.

Τον φίλησα στα ανοικτά του μάτια και στην πληγή στην καρδιά κι έκοψα μια τούφα από τα μαλλιά του. Ο αστυνομικός μου είπε “αχ αυτά τα παιδιά… δεν ακούνε”. Ήταν η δική του εκδοχή…», είπε ο πατέρας του για τη νύχτα που έμαθε πως η Χούντα σκότωσε τον γιο του.

«Μεταξύ φονευθέντων», έλεγε η επίσημη ανακοίνωση της χούντας, «είναι και ο Διομήδης Κομνηνός, ετών 17 με βεβαρημένο παρελθόν».

Το αγόρι που αψήφησε τα τανκς

Στις 16 Νοεμβρίου 2001, ο βελγικής καταγωγής δημοσιογράφος Albert Coerant που βρέθηκε στο Πολυτεχνείο το 1973 και κατέγραψε με την κάμερά του τις συγκλονιστικές στιγμές, έγραψε ένα άρθρο για τον πρώτο νεκρό του Πολυτεχνείου τον Διομήδη Κομνηνό. Ο τίτλος ήταν “The boy who braved the tanks”.

[…] Κατά τη διάρκεια των θλιβερών εβδομάδων μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ένας επισκέπτης εμφανίστηκε στο γραφείο μου «Απλά λέγε με Γιάννη» είπε. «Άκουσα ότι έχετε αποσιωπήσει την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Σε παρακαλώ πες μου ό,τι έχεις δει». Καθώς ήταν ένας φιλικός έξυπνος άνθρωπος δέχτηκα να μιλήσω. Του διηγήθηκα κάποιες σκηνές απίστευτου θάρρους στις οποίες είχα γίνει μάρτυρας-σήμερα πασίγνωστες χάρη σε αναρίθμητα άρθρα εφημερίδων και ντοκιμαντέρ που προβάλλονται ανελλιπώς από την τηλεόραση. Ήμουν επίσης σε θέση να περιγράψω περιστατικά άγνωστα στην κοινή γνώμη.

[…] Ο επισκέπτης μου είπε ότι ο γιος του ήταν ένας από τους νεαρούς του Πολυτεχνείου εκείνη την ημέρα, αλλά ήταν πολύ μετριόφρων για να μιλήσει γι’ αυτό. Ο άντρας μου ζήτησε την άδεια για να ξανάρθει. Κατά τη διάρκεια της επόμενης επίσκεψης είπε ότι αισθανόταν βαθιά συγκινημένος από τον ηρωισμό που επέδειξε η ελληνική νεολαία εκείνη την εποχή. […] Μια μέρα ο επισκέπτης μου άρχισε να μιλά για το δεκαεξάχρονο γιο του. Τον περιέγραφε σαν ένα σοβαρό παιδί ανυπομονούσε να ‘ρθει η μέρα που θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο, το περίφημο Πολυτεχνείο για να γίνει μηχανικός ή αρχιτέκτονας. «Ο Θεός με ευλόγησε δίνοντάς μου αυτό το παιδί», πρόσθεσε «είναι τόσο έξυπνο και επιμελές. Αλλά μη νομίζεις ότι είναι και καλόγερος» πρόσθεσε χαμογελώντας. «Αγαπάει τα κορίτσια και αυτές τον αγαπούν». Μου έδειξε τη φωτογραφία ενός όμορφου αγοριού. Από μέσα μου χαμογέλασα ακούγοντας τους επαίνους και σκέφτηκα ότι είναι ειρωνικό να ακούω άλλον έναν περήφανο Έλληνα γονιό.

Ο επισκέπτης μου συνέχιζε να έρχεται. Πάντα κουβαλούσε πακέτα, μια φορά παιχνίδια για τα φτωχά παιδάκια του φτωχοκομείου και μια άλλη φορά βιβλία με δερμάτινο εξώφυλλο για το γιο του.

Συνήθιζε να μιλά για διάφορα θέματα, φαινόταν μορφωμένος αλλά η συζήτηση κατέληγε πάντα στο ίδιο σημείο -με επαίνους για τον πολυαγαπημένο του γιο. Μια μέρα η διάθεσή του φαινόταν διαφορετική και κοίταζε επίμονα έξω από το παράθυρο. Τότε έμενα δίπλα σε ένα νεκροταφείο. Ξαφνικά βγήκε από τη μελαγχολία του και αναφώνησε: Είμαι ευτυχισμένος που ο γιος μου έχει ολόκληρη τη ζωή μπροστά του, είναι τόσο νέος».

Αρκετές φορές τον ρώτησα γιατί δεν έφερνε το παιδί – θαύμα να το γνωρίσω. «Είναι πολύ απασχολημένος με το διάβασμα και το φλερτ με τα κορίτσια» ήταν η συνηθισμένη του απάντηση. Μετά από αρκετά συχνές επισκέψεις ο επισκέπτης μου χάθηκε για ένα δύο χρόνια. Άρχισε να μου λείπει. Αλλά ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι. Αυτή τη φορά έλαμπε! Ο γιος του είχε περάσει τις εξετάσεις για το Πολυτεχνείο- με πολύ υψηλή βαθμολογία. Πάλι κουβάλαγε πακέτα και πακέτα και ένα αεροπορικό εισιτήριο στο όνομα του γιου του. Ο νεαρός θα έμενε με συγγενείς στην Αμερική το καλοκαίρι. Έγινε κι ένα μεγάλο πάρτι με τουλάχιστον πενήντα αγόρια και κορίτσια-ο νεαρός ήταν πολύ δημοφιλής. Όταν έφυγε ο επισκέπτης μου πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο για να βρω τον αριθμό του τηλεφώνου του. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να αγοράσω ένα δώρο για το γιο του που τον ένιωθα σαν ένα φίλο που δε γνώρισα ποτέ. Όταν χτύπησα το κουδούνι του σπιτιού του Γιάννη μου άνοιξε μια κυρία και τη ρώτησα αν ήταν η μητέρα του αγοριού. «Θέλω να σας συγχαρώ για τον εξαιρετικό γιο σας. Άκουσα ότι πέρασε από τους πρώτους στις εξετάσεις. Ο σύζυγός σας μου είπε ότι θα γίνει μηχανικός. Μπορώ να περάσω για να του δώσω ένα μικρό δώρο;». «Ο γιος μου, απάντησε με θλίψη στη φωνή, δε θα γίνει ποτέ μηχανικός και δε θα μπει ποτέ στο Πανεπιστήμιο, πέθανε πριν από τρία χρόνια». Μετά η φωνή της πνίγηκε σε ένα λυγμό, «Σκοτώθηκε από σφαίρα αστυνομικού στην πύλη του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου 1973».

μετάφραση: Έφη Γιαννακοπούλου