Ο Βόλος ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένος τουλάχιστον με τις μεγάλες αγωνίες και τις μεγάλες χαρές των Σκιαθιτών, φυσικά και των λοιπών Μαγνησιωτών. Εκεί καταφεύγαμε για γιατρούς –αχρείαστοι να’ ναι-, εκεί ψωνίζαμε για τα βαφτίσια και τους γάμους και όχι μόνο. Με το κλείσιμο της σεζόν, άπαντες σχεδόν οι νησιώτες, εν όψει της επερχόμενης χειμερινής περιόδου και ένεκα της άμεσης ανάγκης σχολικών- μολύβια, τετράδια, μπογιές, ποδιές κτλπ-, καταθέταμε σημαντικό μέρος των καλοκαιρινών εσόδων μας στην αγορά της πρωτεύουσας του νομού που ήταν τόσο ελκυστική, έστω στα παιδικά μας μάτια!

Μαγνήτης τα μεγάλα φώτα στο λιμάνι καθώς έμπαινε το πλοίο της γραμμής και οι πολύχρωμες βιτρίνες της Ερμού με τις ντυμένες κούκλες. Εικόνες σπάνιες όπως η αέναη κίνηση των τροχοφόρων και γευστικότατες σαν τις πραμάτειες του καστανά και του σαλεπιτζή και ασφαλώς δροσερές όσο η ΕΨΑ χωρίς ανθρακικό και γλυκές σαν τις πάστες φούρνου.

Λέξεις άγνωστες όπως «Πιλοποιείον», ονόματα φανταχτερά σαν το “Λαμπρόπουλος’’ ή το ‘’Σιγάλας’’, συνήθειες ασυνήθιστες για μας όσο το μελένιο πρωινό στο γαλακτοπωλείο ‘’Πανελλήνιο’’ επί της Δημητριάδος, η ασύγκριτη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ στα καφεκοπτεία, οι τροχονόμοι. Ο φούρνος του ‘’Παππού’’ με τα μουστοκούλουρα λίγο πριν μπεις να δικαστείς, ‘’ο χαλβάς του Παναγιωτόπουλου’’ για το σπίτι, οι βιτρίνες με τα στρατιωτάκια που υπόσχονταν μάχες ατέλειωτες, το τραγανό κουλούρι. Τα αρίφνητα τόπια με τα γυαλιστερά υφάσματα που όσο ξεδιπλώνονταν στον πάγκο τόσο κοκκίνιζε η μάνα μας όταν δεν τα επέλεγε, ο Άγιος Νικόλαος με τα ευλογημένα του παγκάκια που μας ξεκούραζαν μετά τις ώρες πεζοπορίας εντός, εκτός και επί της Ερμού.

Η απόλαυση της πλατιάς κι απέραντης παραλίας με το περίφημο εστιατόριο «Μεταφτσής» και τις λαχταριστές ταψο-καζανο-λιχουδιές του στη βιτρίνα συνοδευόμενες με μπύρα ή και φρέσκο νεράκι στην καράφα και για τους μερακλήδες λίγο πιο ‘’μέσα’’, το ιστορικό ‘’Καφεοινομαγερείον η Σκάλα του Μιλάνου’’ για όμορφες πενιές μετά οίνου ή τσίπουρου εκλεκτού όσο και οι τοπικοί μεζέδες.

Απαραίτητη η παραλιακή βόλτα τα φθινοπωρινά απόβραδα ως τον Άγιο Κων/νο, στάση στα προσεχώς του σινεμά Αχίλλειον, κλεφτές ματιές στον παγωτατζή και στον λαχειοπώλη, μ’ ένα βολιώτικο σουβλάκι ανά χείρας με την καψαλισμένη κι αλατισμένη γωνιά απ’ το ψωμί -πάντα αναρωτιόμουν τι έκαναν το υπόλοιπο της φρατζόλας- και τέντωμα στη Μινέρβα. Και να το πλοίο καταφθάνει απ’ τα νησιά κι αύριο επιστρέφουμε στο ήσυχο καβούκι μας παρόλες τις στεριανές Σειρήνες…