Η Συναξαριακή Εικόνα του Αγίου, δια χειρός Κωνσταντίνου Κουτούμπα.
Στην Λιτή του Καθολικού της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Σκιάθου, αποθησαυρίζεται η Εικόνα του Αγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου του Υδραίου, ο οποίος μαρτύρησε στις 14 Νοεμβρίου του 1800, στην Ρόδο. Οι θεοφόροι εκείνοι Πατέρες και Κτίτορες της Μονής, οι επονομαζόμενοι Κολλυβάδες, τιμούσαν ιδιαίτερα τις μορφές των Νεομαρτύρων, όσων δηλαδή ομολόγησαν με σθένος την Ορθόδοξη Πίστη κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και εν τέλει μαρτύρησαν.
Εξέχοντα ρόλο στην ανάδειξη των Αγίων αυτών έλαβαν οι Όσιοι Νικόδημος ο Αγιορείτης και Μακάριος ο Νοταράς, οι οποίοι αφενός συνγκέντρωσαν τα συναξάριά τους, εκδίδοντας αυτά σε μεμονωμένες εκδόσεις ή Συλλογές (βλέπε Συναξαριστής, Νέον Μαρτυρολόγιον, Νέον Λειμωνάριον) αλλά και συγγράφοντας Ασματικές Ακολουθίες, ώστε να τιμάται η μνήμη τους κατά τόπους.
Η Σκιάθος φέρει την ιδιαίτερη ευλογία να κατέχει την κνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου του Υδραίου, την οποία δώρισε μετά την Επανάσταση ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ως αντίδωρο στις όσες θυσίες προσέφερε η Ιερά Μονή στον Αγώνα, σε υλικά αγαθά αλλά και περιθάλποντας τους Ολύμπιους οπλαρχηγούς, κατά τα προεπαναστατικά κινήματα, ήδη από το 1807.
Η εικόνα του Αγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου διανθίζεται από  δώδεκα συναξαριακές απεικονίσεις, πέριξ τη μορφής του Αγίου, ο οποίος κραδαίνει τον τίμιο Σταυρό μαζί με δάφνες, τα σύμβολα της νίκης. Η απεικονίσεις αυτές στηρίζονται στο Συναξάριο του Αγίου αλλά και σε προγενέστερο παλαιό Εικόνισμά του, και αναφέρονται στα μαρτύριά του και στα θαυμαστά που συνέβησαν. Ωστόσο, περιλαμβάνεται στην δωδέκατη απεικόνιση, το μοναδικό γεγονός για την Σκιάθο, το γεγονός της Ελεύσεως του λειψάνου του.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος καταγόταν από την Ύδρα, από χριστιανική φτωχή οικογένεια. Χάριν βιοπορισμού κατέφυγε σε έναν θείο του στην Ρόδο, όπου ξεκίνησε να εργάζεται στο κατάστημά του. Όταν γνωρίστηκε με τον Οθωμανό Αγά του νησιού, έγιναν φίλοι, και ο Αγάς τον οδήγησε σιγά σιγά στο παλάτι του.
Θαμπωμένος από τα πλούτη και την τρυφηλή ζωή που ζούσε ο Αγάς, εγκατέλειψε τον Χριστιανισμό και αλλαξοπίστησε. Για ένα διάστημα ζούσε και αυτός ως αγαρηνός. Οι τύψεις όμως τον έλουζαν, και τα παιδικά του βιώματα επέστρεφαν ως ερινύες. Ζητώντας το έλεος του Θεού, κατέφευγε από μοναστήρι σε μοναστήρι,ζητώντας συγχώρεση και άδεια για να παρουσιαστεί στις Αρχές και να ομολογήσει ότι είναι Χριστιανός, με σκοπό το Μαρτύριο. Κανείς όμως δεν του έδινε την άδεια, με τον φόβο μήπως πέσει σε φοβερώτερη αμαρτία και, μπροστά στα μαρτύρια, αρνηθεί για δεύτερη φορά τον Χριστό, και γίνει περιγέλαστος.
 Δραπετεύει στην Κωνσταντινούπολη όπου ζητά την ευλογία του οικουμενικού Πατριάρχη, και από εκεί, αποστέλλεται στο Άγιον Όρος, όπου γνωρίζεται με μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες, όπως με τον Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Κείρεται Μοναχός στην Ιερά Μονή Ιβήρων και από εκεί αναχωρεί έχοντας αποσπάσει την ευλογία του πνευματικού του, μετά από επιμονή και υπομονή, και μαζί και τις προσευχές των συνασκητών του για την Ρόδο, προσβλέποντας μόνο στο Μαρτύριο.
Ο Άγιος παρουσιάζεται με την μοναχική ενδυμασία ενώπιον του Πασά στην Ρόδο, ομολογώντας με παρρησία τον Χριστό. Ο Πασάς δεν τον αναγνωρίζει, βλέποντας δε την φρενήρη υπομονή του τον παραδίδει στον όχλο και κατόπιν τον φυλακίζει ως τρελό, ελπίζοντας ότι ο Κωνσταντίνος θα συνέλθει από την “αφροσύνη” του.
Ο Άγιος χλευάζεται από του Αγαρηνού όχλου, τίπτεται, ξέεται με μεταλλικές ράβδους και ξυλοκοπείται βάναυσα.
Ο Άγιος σιδηροδέσμιος οδηγείται στην φυλακή, στο Κάστρο των Ιπποτών της Ρόδου, ανάμεσα σε άλλους κακοποιούς και φυλακισμένους.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος, δεμένος από τα πέλματα στο φοβερό τουμπρούκι, υφίσταται το μαρτύριο των εξομοτών, και ξυλοκοπείται με μανία στα πέλματα, όπου χάνει όλα του τα νύχια των ποδιών.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος προσεύχεται αιμόφυρτος στην φυλακή. Εκεί τον επισκέπτεται ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός,  ο οποίος τον ενισχύει και του θεραπεύει τις πληγές στα πόδια και τα πέλματα.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος ενισχύεται ακόμη περισσότερο στο μαρτύριο, κοινωνώντας συχνά των Αχράντων Μυστηρίων, κρυφά στην φυλακή.
Κατά το μεγάλο διάστημα που ο Άγιος παρέμεινε στην φυλακή, συνέβη και ένα θαυμαστό γεγονός. Βρέθηκαν συγκρατούμενοί του δύο Ρόδιοι κληρικοί και πέντε λαϊκοί χριστιανοί, οι οποίοι συκοφαντήθηκαν από φθόνο στον Αγά. Στο ίδιο κελί βρέθηκαν και οθωμανοί φυλακισμένοι, οι οποίοι υπήρξαν μάρτυρες του θαύματος. Το βράδυ, ο Άγιος προσεύχονταν θερμά μαζί με τους άλλους διωκόμενους χριστιανούς κρατουμένους. Τότε, ένα εκτυφλωτικό φως περιέλουσε την φυλακή, τόσο ισχυρό που οι οθωμανοί κρατούμενοι τα έχασαν, αποτυφλωμένοι, ενώ τα δεσμά τους, σαν από αόρατο χέρι, λύθηκαν και έπεσαν κάτω.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος παρουσιάζεται για δεύτερη φορά στον Αγά, όπου ομολογεί με παρρησία τον Χριστό, επιδεικνύοντας τα θεραπευμένα και υγιή πόδια του. ο Αγάς απορώντας πως ζει ακόμη μέσα στο μπουντρούμι, τον φυλακίζει εκ νέου.
Ο Άγιος προσδωκούσε να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο μαρτύριο. Μια ημέρα, για να του κάμψει το ηθικό, διέταξε ο Αγάς να τον βγάλουν στο περίβολο, όπου θα έπρεπε να μεταφέρει με τα χέρια μια μεγάλη στοίβα από πέτρες, στον καυτό ήλιο. Ο Άγιος Κωνσταντίνος το θεώρησε ως ευκαιρία και άρχισε να τρέχει, προφασιζόμενος ότι δραπετεύει. Τότε τον άδραξε ένας στρατιώτης, που τον χτύπησε ανηλεώς με το σπαθί του, γεμίζοντάς τον πληγές. Ωστόσο ο Αγάς δεν τον θανάτωσε, φοβούμενος μην συκοφαντηθεί από τους χριστιανούς της Ύδρας στην Υψηλή Πύλη.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος απαγχονίζεται μέσα στην φυλακή, από δύο στρατιώτες.Το σώμα του παρέλαβαν μετά από τρεις ημέρες οι χριστιανοί της Ρόδου, και το ενταφίασαν με τιμή.

Η μητέρα του Αγίου κατορθώνει και μετακομίζει τα Ιερά λείψανα του αγίου υιού της, που ευωδίαζαν, από την Ρόδο στην Ύδρα.

Αναπαρίσταται συμβολικά η παράδοση του Ιερού λειψάνου της κνήμης του Αγίου Κωνσταντίνου από τον Λάζαρο Κουντουριώτη, στην Μονή του Ευαγγελισμού, στην Σκιάθο. Οι Πατέρες της Μονής με τον τότε ηγούμενο Αλύπιο, υποδέχονται στο πρόπυλο το Ιερό Λείψανο του Νεομάρτυρος.

Διά χειρός Κωνσταντίνου Κουτούμπα.