Ο Θεοφόρος Ιεράρχης, Άγιον Νεκτάριος επίσκοπος Πενταπόλεως Καΐρου, γεννήθηκε το 1846 στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης κι έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Διαβάλλεται από κόλπους του Πατριαρχείου της Αλεξάνδρειας και χάνει εγκαταλείπει την Αίγυπτο. Φθάνει στην Αθήνα το 1889, χωρίς χρήματα και απογοητευμένος αναζητώντας εργασία, αδυνατώντας να πληρώσει ακόμη και τα ενοίκια στην Νεάπολη (Εξάρχεια).

Μετά από αγώνες καταφέρνει να πάρει μία θέση ιεροκήρυκα στην Εύβοια. Στα χρόνια που ακολουθούν σχετίζεται με τον παπα-Πλανά και παίρνει μέρος στις αγρυπνίες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισαίου όπου έψαλαν οι Παπαδιαμάντης και Μωραϊτίδης.

Για την επίσκεψή του στη Σκιάθο, που υπολογίζεται πως πραγματοποιήθηκε το 1892, μας πληροφορεί σε ομιλία του ο π. στους Ιεροσπουδαστές της Ριζαρείου ο π. Σαράντης Σαράντος: «…βρίσκεται ο Άγιος ,σαν ιεροκήρυκας Χαλκίδος ,επίσκοπος όντας, στο μικρό νησί της Σκιάθου, για να λειτουργήσει και να κηρύξει. Φιλοξενείται από βραδύς σ’ένα απλό δωματιάκι του νησιού. Περνάνε οι ώρες της νύχτας και το φως του δωματίου του δεν σβήνει.

Κάποιοι περίεργοι βρίσκουν τον τρόπο να κρυφοκοιτάξουν. Βλέπουν τον Άγιο Επίσκοπο να κάνει εδαφιαίες μετάνοιες και κάτι να ψελίζει. Το φως έσβησε , όταν ξεκίνησε για την πρωϊνή ακολουθία και την Θεία Λειτουργία.». Ο ίδιος δε ερμηνεύει το γεγονός ως εξής: «Το γεγονός αυτό αδελφοί ,λέει πάρα πολλά. Βάση στη ζωή του ο Άγιος από τα νεανικά του χρόνια είχε αυτό που όλοι οι πατέρες και άγιοι είχαν ,τη νηπτική εργασία , την προσεκτική φροντίδα του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, της αθανάτου και θεοεικέλου ψυχής. Μολονότι επίσκοπος , πεπειραμένος στα πνευματικά , κάποιας ηλικίας ,όμως δεν αντικαθιστά με τίποτα την αγαπημένη του πνευματική εργασία για την προσωπική του ένωση με τον εν Τριάδι Θεό.

Δόξα τώ εν Τριάδι Θεώ για τέτοιους ανθρώπους που αναδεικνύει σε όλες τις εποχές και τους έχει μαζί ίσως και με άλλους αφανεστέρους , δείγματα της Ορθοδόξου πνευματικότητος , που αληθινά όζει (μυρίζει) αγάπη Χριστού.»