ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ: ΣΚΙΑΘΟΣ: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΜΑΘΗΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ «ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ» (3/11/2019)

Κύριε δήμαρχε, αγαπητοί διοργανωτές, δάσκαλοι, γονείς και παιδιά… Βρισκόμαστε σε μια από τις ωραιότερες τοποθεσίες της Σκιάθου με απαράμιλλο φυσικό κάλλος και σημαντικότατη ιστορία, όπου κάποτε, πριν τη δημιουργία του αεροδρομίου στις αρχές της δεκαετίας του 70, αποτελούσε μικρή γωνιά του παραδείσου. Γι’ αυτό κι ο Παπαδιαμάντης την επέλεξε ως σκηνικό στο πρώτο ποιητικό του διήγημα που το ονόμασε ΄΄ολόγυρα στη λίμνη’’ και το δημοσίευσε το 1892 εισάγοντας τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση στην παγκόσμια λογοτεχνία και κάνοντας την περιοχή πασίγνωστη, τουλάχιστον στους απανταχού Έλληνες που διαβάζουν το έργο του. Εδώ ζούσε και εμπνεόταν ο ποιητής μας Ζήσης Οικονόμου. Το σημείο είναι πράγματι μοναδικό, ακριβώς στο βάθος του μεγάλου ανατολικού κόλπου του νησιού όπου έχουν αγκυροβολήσει κατά καιρούς αθηναϊκές τριήρεις, βυζαντινοί γνόμωνες πειρατικές και ενετικές γαλέρες μα και ο καταδρομικός στολίσκος των αρματολών στα προεπαναστατικά χρόνια, η περίφημη ‘’μαύρη μοίρα’’ των Νικοτσάρα και Σταθά που ξεκινούσε από εδώ τις επιδρομές του στα τουρκικά πλοία. Μια λωρίδα γης χωρίζει τη θάλασσα από τη λίμνη, πρόκειται ουσιαστικά για λιμνοθάλασσα κι αυτό καθιστά την περιοχή ξεχωριστή ακόμα και σήμερα. Ας δούμε όμως, μέσα από τα λόγια του κυρ- Αλέξανδρου, πώς ήταν τότε αναφέροντας ταυτόχρονα τι παραμένει και βλέπουμε μέχρι και τώρα… «Κατά την δυτικήν γωνίαν… η λωρίς έβαινε στενουμένη έως του Αργύρη του Μπαρμπα Παναγιώτη τον ανεμόμυλον, …»

Πράγματι, λίγο πριν συναντάμε ακόμα το μύλο που λειτουργούσε από το 19ο αιώνα και έμεινε γνωστός ως ‘ο μύλος στον Αι-Γιώργη’. Με το αξάι, το κέρδος δηλαδή απ’ τον κόπο για το άλεσμα του σιταριού, του κριθαριού και των καλαμποκιών, συντηρούσε ο μυλωνάς την οικογένειά του. Ο μύλος βοήθησε τους κατοίκους του νησιού ν’ αντέξουν στη μεγάλη πείνα της Κατοχής από τους Γερμανούς αλέθοντας εδώ το σιτάρι με το οποίο έφτιαχναν το αλεύρι για το ψωμί τους. Σήμερα δυστυχώς, ο μύλος είναι χωρίς την αντένα του και μοιάζει μ’ ερείπιο ξεχασμένο στην άκρη του γιαλού… Από τον ανεμόμυλο ως εδώ, δυτικά του δρόμου, υπήρχε βάλτος και «ὅταν πολὺ συχνὰ ἐπήρχετο πλημμύρα, ἡ θάλασσα ἐγίνετο ἓν μὲ τὸν βάλτον» μας πληροφορεί ο Ππδ. Κι όμως, εκεί φύτρωναν ίτσια και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος. Το πέρασμα των ανθρώπων από το βάλτο γινόταν πατώντας πάνω σε πέτρες που είχαν ρίξει κατά μήκος της ακτής κι αργότερα σε δυο πεζούλες τις οποίες προλάβαμε οι παλιότεροι. Η περιοχή που έγινε το αεροδρόμιο ονομαζόταν « τὸ Κ᾿βούλι, μὲ τοὺς ἀγροὺς καὶ μὲ τοὺς ἀμπελῶνάς του» ν’ απλώνονται σε όλη την πεδιάδα κάτω από τη δυτικὴ λοφιά, τἡν Πλατάνα, που κοσμεῖ περικαλλώς ὁ Αι- Γίαννης στον Πύργο. «…παρὰ τὴν ὄχθην , τῆς ὡραίας λίμνης, μας λέει ο Παδ, λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἀνέτεινον τὰς ὑψηλὰς κορυφάς των.

Καὶ καλαμῶνες σειόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνέμου, καὶ βρύα καὶ λύγοι καὶ ἀσφόδελοι . …(Επίσης) Δένδρα ἐκόσμουν …τὰς ὄχθας τὰς ὀρεινὰς καὶ τὰς ἀμμώδεις, καὶ ἄλλα δένδρα φυτευμένα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐστόλιζον τὸ κῦμα καὶ τοὺς αἰγιαλούς.» Και σήμερα συναντάμε πολύ περιορισμένης έκτασης καλαμώνες που είναι δείκτης παρουσίας γλυκών νερών, τα οποία προφανώς εισέρχονται στη λιμνοθάλασσα ως υπόγειες αναβλύσεις στο ΒΑ τμήμα της. Έτσι το νερό της λίμνης παραμένει υφάλμυρο. Περιμετρικά βλέπουμε ακόμα, κυπαρίσσια, αρμυρίκια, λίγα πεύκα και ελιές. Δεν υπάρχουν όμως πια, παρά ελάχιστες λεύκες. Ο υδροβιότοπος κάποτε αποτελούσε καταφύγιο πουλιών, σαν τα σπάνια μεταναστευτικά τον μαυροπετρίτη και τον νυχτοκόρακα.

Στις μέρες μας όμως η παρουσία πουλιών εδώ θεωρείται επικίνδυνη για την πτήση των αεροσκαφών. Η λίμνη του Αγίου Γεωργίου τότε, είχε έκταση 120 στρέμματα, τώρα επιχωματώθηκε και δεν απόμεινε ούτε η μισή. Ψαρεύονταν κέφαλοι, ξόφες, χέλια και καβούρια ενώ εξαιρετικό ήταν το αυγοτάραχο που έβγαινε από τις μπάφες (είδος κέφαλου). Η εγκατάσταση του αεροδρομίου, όπως και των κτισμάτων περιμετρικά, την κατέστησε πλέον σχεδόν νεκρή λίμνη με ελάχιστα πια ίχνη ζωής. Όλοι αυτοί οι οργανισμοί έμπαιναν στη λιμνοθάλασσα από δυο μπούκες που υπήρχαν παλιά, δηλαδή δυο ρηχές και στενές διώρυγες. Σήμερα υφίσταται μόνο η μία και αυτή αλλοιωμένη από την αρχική μορφή της με μπαζώματα και δρόμο. Διατηρείται όμως ακόμη πάνω από τη διώρυγα το παλιό γραφικό πέτρινο γεφυράκι. Τότε το θαλασσινό νερό συχνά, γινόταν ένα με τη λίμνη. Τώρα, το ύψος της διαχωριστικής λωρίδας γης με τα μπαζώματα για την κατασκευή του δρόμου έχει ανέλθει κι αυτό είναι σχεδόν αδύνατο.

 

Ωστόσο, ο πυθμένας της λιμνοθάλασσας είναι σχεδόν παντού λασπώδης και βαλτώδης, λόγω των ήρεμων συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή. Μπενοβγαίνουν ακόμα κοχύλια, γοβιοί, καβούρια, αθηρίνες, που και που χταπόδια και κεφαλόπουλα και σπανιότερα, πέρκες και μπαρμπούνια η τριγλία, όπως τα ονομάζει ο Παπαδιαμάντης. Η λιμνοθάλασσα εκμεταλλευόταν σαν ιχθυοτροφείο και μια τέτοια παραχώρηση σήμερα, αν ήταν δυνατόν να γίνει, ίσως θα μπορούσε να την αναστήσει. Οι κάτοικοι πάντως, όπως και οι επισκέπτες του νησιού, εξακολουθούμε να αγαπούμε αυτό τον όμορφο τόπο και να τον επισκεπτόμαστε τακτικότατα. Πρέπει όμως παράλληλα, να τον φροντίζουμε και να τον νοιαζόμαστε για να τον χαιρόμαστε πραγματικά τόσο εμείς όσο και οι πολυάριθμοι επισκέπτες μας. Εδώ βρισκόταν και το καρνάγιο που υπήρχε από τα χρόνια της αρχαιότητας. «Η επιμήκης και πλατιά ἀμμουδιὰ μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένα, δὲν εἶχεν οὐτὲ ἕνα κόκκον ἄμμου καθαρό ἀπὸ πριονίδια, οὐδὲ ἕνα χαλίκι ἐλεύθερο ἀπὸ τα πελεκούδια.» μας λέει ο Παπαδιαμάντης. Ήταν πράγματι θαυμαστά τα έργα ανθρώπων που συντελούνταν σ’ αυτή τη στενή λουρίδα γης μα και σε άλλα σημεία του κόλπου όπου είχαν στηθεί ναυπηγεία. Ντόπιοι τεχνίτες και πρωτομάστορες, σχεδόν αυτοδίδακτοι ‘έχτιζαν’ εδώ πανέμορφα καράβια που άφησαν εποχή στα χρόνια της ιστιοφόρου ναυτιλίας. Σκαριά που έφτασαν ως την Αμερική περνώντας τον Ατλαντικό ωκεανό.

Η μέγιστη αυτή τοπική τέχνη, πήρε την κατιούσα με την εμφάνιση του ατμού στη ναυτιλία και έσβησε οριστικά με τον τουρισμό, δηλαδή τον τελευταίο μισό αιώνα. Σήμερα υπάρχει μόνο στις νοσταλγικές μνήμες των παππούδων, στα εκθέματα του Ναυτικού Μουσείου στο Μπούρτζι και στη φαντασία όσων φτάνουμε μέχρις εδώ. Μιας και μιλήσαμε για τα Καρνάγια, ας πούμε λίγα λόγια και για το ρίξιμο του σκάφους στη θάλασσα για να αντιληφθούμε πόσο ιερή θεωρούταν η τέχνη της ναυπήγησης που στήριξε για χρόνια την οικονομία του τόπου μας. Μόλις τέλειωνε η κατασκευή του καραβιού, γινόταν ο αγιασμός. Ο παπάς έψελνε έξω απ’ το καΐκι, δίπλα στην πρύμη και μαζί με την ευχή, έλεγε και το όνομά του, δηλαδή το βάφτιζε. Ύστερα ο ναυπηγός χάραζε με το σκεπάρνι τρεις σταυρούς στο ποδόσταμο της πρύμης φωνάζοντας «βόηθα αι- Νικόλα». Πλησίαζε τότε ο καπετάνιος- καραβοκύρης, έκανε το σταυρό του και φιλούσε τους σταυρούς δίνοντας μεταξωτό μαντήλι και ρεγάλο, δηλαδή δώρο, στον πρωτομάστορα- ναυπηγό. Πάλι ο ναυπηγός ευχόταν «καλό ρίξιμο και καλά ταξίδια» και τοποθετούσε στις δυο πλευρές του πλοίου τα παλάγκα, δηλαδή σχοινιά για το σύρσιμο. Όλος ο κόσμος του χωριού ερχόταν εδώ κατά το ρίξιμο του σκάφους στη θάλασσα. Οι άνθρωποι μοιράζονταν στις δυο πλευρές του πλοίου κι όλοι έπιαναν τα σχοινιά, έτοιμοι να τραβήξουν.

Ο πρωτομάστορας φώναζε «φόρα ντιστέκια» να βγάλουν δηλαδή τα στηρίγματα που ήταν τοποθετημένα στο αντίθετο της κίνησης μέρος. Τότε ένας βροντόφωνος μάστορας στεκόταν πάνω στην πρύμη και έδινε το παράγγελμα για το τράβηγμα επαναλαμβάνοντας τα λόγια «Έγια λέσα. Βοήθα αι Γιώργη». Στην κουβέρτα ήταν ανεβασμένα τα παιδιά του χωριού που έτρεχαν πέρα- δώθε για να κουνιέται το καράβι και να υποβοηθούν στο ρίξιμο. Μετά το πέσιμο του καραβιού γινόταν το αρμάτωμα, η τοποθέτηση δηλαδή της εξάρτησης του πλοίου που άρχιζε πάντα ημέρα Τετάρτη και με γέμιση του φεγγαριού για να είναι καλοτάξιδο. Με το κλείσιμο των ναυπηγείων χάθηκαν όχι μόνο το επάγγελμα του αρχιναυπηγού, μα και των βοηθών του πριονιστών, πελεκητών, μαραγκών καλαφατάδων, πουργοτζήδων (αυτοί που άνοιγαν τρύπες) και γύφτων, δηλαδή σιδεράδων. Περισσότερα για τις δουλειές στο καρνάγιο και τα παράξενα εργαλεία των καραβομαραγκών θα μάθετε βέβαια, διαβάζοντας προσεκτικά το ‘’ολόγυρα στη λίμνη’’, το αριστουργηματικό διήγημα του Παπαδιαμάντη μας. Θα κλείσω την αναφορά στην περιοχή που, όπως είπαμε, έγινε γνωστή στο πανελλήνιο απ’ το διήγημα του κυρ- Αλέξανδρου, θυμίζοντας απλά το παρακείμενο πανέμορφο εκκλησάκι του Αι- Γιώργη.

Πριν φτάσουμε σ’ αυτό, περνάμε από το πέτρινο αλώνι που υπάρχει ακόμα. Το αλώνι είναι ένας στρογγυλός επίπεδος χώρος που χρησιμοποιούταν για το άλεσμα των δημητριακών (σιτάρι, κριθάρι, κλπ). Περικλείεται από ξερολιθιά, δηλαδή πέτρες κτισμένες χωρίς πηλό. Το δάπεδό του ήταν κατάλληλα διαμορφωμένο ώστε να είναι ίσιο και σκληρό, για πορεύονται τα ζώα όπως βόδια ή άλογα πατώντας και αλέθοντας τα δημητριακά. Αμέσως μετά τον θερισμό οι αγρότες μετέφεραν τα δεμάτια στο αλώνι. Τα άπλωναν κυκλικά στον χώρο, αφήνοντας το κέντρο του κύκλου κενό. Στη συνέχεια ξεκινούσε το αλώνισμα για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα άχυρα.

Μετά τοποθετούσαν τον καρπό στα τσουβάλια και τον μετέφεραν στον μύλο για τα υπόλοιπα. Στο ίδιο διήγημα θα διαβάσετε για το πως χτίστηκε το γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου που έχουμε και το χαιρόμαστε ως τις μέρες μας! Θέλω τελειώνοντας να σας συγχαρώ όλους και να πω πως με τις Περιβαλλοντικές Μαθητικές Δράσεις σας «Ολόγυρα στη λίμνη» που εγκαινιάζετε σήμερα, ουσιαστικά είναι σαν να αναβιώνετε με τον καλύτερο τρόπο το έθιμο των λαϊκών ιππικών αγώνων στη Σκιάθο κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Γεωργίου που σταμάτησε πρόσφατα λόγω της ασφαλτόστρωσης του δρόμου. Εύχομαι οι αγώνες σας να γίνουν θεσμός που θα κρατήσει για πάντα… Καλή επιτυχία στους αγώνες και καλή πρόοδο στο σχολείο σας