Ο Γεώργιος Αποστολίδης γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1846 και ήταν γιος του Αλέξανδρου που διετέλεσε δυο φορές δήμαρχος στο νησί και βουλευτής της Επαρχίας Σκοπέλου.

Σπούδασε φιλολογία στην Ελλάδα και το εξωτερικό και διορίστηκε καθηγητής στο Μοναστήρι στα Σκόπια, το 1881 στο νεοσύστατο Γυμνάσιο Βόλου, στη Λάρισα κι αλλού. Πέθανε το 1896 στον Πειραιά και μεταξύ των άλλων, μας κληροδότησε το ανέκδοτο έργο ‘’τα περί της νήσου Σκιάθου’’ που δημοσίευσε ο Φραγκούλας στα ‘’Σκιαθίτικα’’(τρίτος τόμος).
Μας δίνει λοιπόν σ’ αυτό μια περιγραφή για το τι είχαν στην εποχή του τα νησάκια μπροστά στο λιμάνι της Σκιάθου. Η Άρκος, για παράδειγμα, εξέτρεφε κουνέλια και υπήρχαν λατομεία απ’ όπου έβγαζαν πέτρες για να ξαναχτίσουν την πόλη μετά το Κάστρο.
Οι Τσουγκριάδες τότε έσφυζαν από ζωή. Ο Μικρός (με έκταση 85 στρέμματα, όση κι ο Μαραγκός) είχε κατσίκια και βόδια και στη θάλασσά του χόρευαν πέρκες, χάνοι, σαργοί και ροφοί που ως γνωστόν, κάνουν νοστιμότατη σούπα.
Στο Μεγάλο δε (που η έκτασή του φτάνει τα 1225 στρέμματα), πέρα απ’ τη ρηχή λίμνη στην οποία το χειμώνα κολυμπούσαν αγριόπαπιες, το παρθένο πευκοδάσος που γνωρίζουμε και τις ελιές απ’ τις οποίες τότε έβγαζαν επτά χιλιάδες οκάδες λάδι, υπήρχε στην πλαγιά κι ένα κτίριο με τρία δωμάτια που έμεναν οι καλόγεροι της Ευαγγελίστριας οι οποίοι δούλευαν εκεί -80 είχε το μοναστήρι-.
Το νησάκι διέθετε πηγάδι με καλό νερό, αχλάδια, σιτάρι, κριθάρι, κουκιά και ποίμνια απ’ τα οποία έβγαζαν εξαιρετικό τυρί.
Ο Αποστολίδης δίνει και μια εκδοχή -που φαίνεται σωστή- για το πως προήλθε το όνομά τους. Γράφει πως βγήκε απ’ το τσουγκρίζω μάλλον γιατί από κάποια σημεία του νησιού μοιάζουν πως τσουγκρίζουν…