«Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μες στο γυαλί, είπε η μάνα μου, γιατί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι. – Χωρίς πεντάρα; -Ναι!» Αν κάποιος θελήσει να μαζέψει όλο τον κόσμο του Παπαδιαμάντη σε μια μικρή στιχομυθία, νομίζω πως δε θα’ βρισκε ιδανικότερη απ’ την παραπάνω που αντάλλαξε ευθαρσώς ο μικρός Μήτσος, το «πενταετές παιδίον, ζωηρόν, με λάμπρους μεγάλους οφθαλμούς, ρακένδυτον με παιδικήν χάριν, με σπαρακτικόν εν τη αθωότητι μειδίαμα», με τον παντοπώλη θεωρώντας απόλυτα φυσιολογική την απαίτησή του. Κι αν θελήσει κανείς, ιδιαίτερα τούτες τις γιορτινές μέρες, ν’ ακούσει βουβό καημό ακόμα και μέσα σε ‘φυσιολογικές’ οικογένειες, ας διαβεί το σπίτι μιας, οποιασδήποτε και οπουδήποτε, που λείπει ο πατέρας στα ξένα…

Ως παιδί ναυτικού, έγραψα στο ‘Δεν χάθηκαν όλα’: «Ακόμα και στη γιορτή της αγάπης τα Χριστούγεννα, ούτε το στολισμένο κλαδί του πεύκου με το βαμβάκι και τα λαμπιόνια μαργαρίτες, ούτε η χάρτινη φάτνη από κάτω –γαρνιρισμένη πάντα με ψεύτικο χιόνι-, ούτε και το τρενάκι –δώρο του πατέρα απ’ τα ταξίδια του- που γύριζε αδιάκοπα στις πλαστικές ράγες του, έφερναν τη χαρά στην ψυχή μου. Μάλλον μεγάλωναν τη μελαγχολία και τη μοναξιά μου απ’ την πελώρια απουσία του…» Κακά τα ψέματα! Στο σπίτι του ναυτικού, οι μεγάλες χαρές και λύπες συνδέονται αναπόσπαστα με την τεράστια βαλίτσα του! Όποτε γυρνά στο σπίτι, τα πάντα χαμογελούν κι όποτε φεύγει όλα μαραζώνουν. Να γιατί αυτή η σκληρή δουλειά, η τόσο επικίνδυνη και μοναχική, χρειάζεται πιότερο απ’ όλες, την έγνοια μας και τις ευχές μας.

Καλά ταξίδια ναυτικοί, καλές γιορτές, ο Αι- Νικόλας που σε λίγο γιορτάζει να’ ναι στο τιμόνι σας και καλή επιστροφή στα σπίτια σας!