Στα χρόνια του Κάστρου ο ‘’πεντηκοντούτης’’ ζωηρότατος προεστός Κουμπὴς Νικολάου θεώρησε «ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρίσῃ τὴν γυναῖκά του, ἐπειδὴ ὕστερ᾿ ἀπὸ 15 χρόνων συζυγίαν δὲν τοῦ εἶχε κάμει παιδί». Η γυναίκα του «Σεραϊνὼ ἦτο σαράντα χρόνων… Ἡ Λελούδα ἡ ἀντικρινή του ἦτο μόλις τριάντα ― ὡραία, ροδόπλαστος, σεμνή, ταπεινή, πτωχὴ καὶ ἄμεμπτος, ἀπροστάτευτη καὶ πεντάρφανη». «Ἐσκέφθη νὰ τὴν ἀπαγάγῃ, καὶ νὰ δωροφορήσῃ ἕνα παπάν, ἢ καὶ νὰ τὸν βιάσῃ μὲ φοβέραν ―ἐπειδὴ ἦτο γνωστὸν ὅτι τὰ εἶχε καλὰ μὲ τοὺς Τούρκους― νὰ τοὺς στεφανώσῃ… Θὰ τὸ ἔκαμνε μόνον διὰ ν᾿ ἀποκτήσῃ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, κληρονόμον.».

Κι αφού ο αφηγητής περιγράφει πως συνέβησαν όλα τούτα τ’ απίθανα, επιστρέφει στην άγια μορφή της άτεκνης Σεραϊνούς η οποία όχι μόνο δεν μέμφεται το ζευγάρι, τους συγχωρεί και ζητά απ’ τον Κουμπί το απίστευτο: «-… σὲ περικαλῶ, Κουμπή, νὰ μ᾿ ἀφήσῃς νὰ καθίσω στὸ σπίτι σου, νὰ σοῦ ἀνατρέφω τὰ παιδιὰ ποὺ θὰ κάμῃς.» Και να πως λάμπει η αγιοσύνη της στο τέλος: «Ἡ Σεραΐνα ἐπέζησε δέκα ἢ δώδεκα ἔτη, ὅσα ἤρκουν διὰ ν᾿ ἀναθρέψῃ τὰ τέκνα τοῦ Κουμπῆ. Ἀνεπαύθη κ᾿ ἐτάφη ἔξωθεν τοῦ ναΐσκου τοῦ Ἁγίου Δημητρίου…Ὅταν ἐπῆγαν μετὰ τρία ἔτη νὰ σκάψουν διὰ τὴν ἀνακομιδὴν τῶν λειψάνων της, λεπτὸν θεσπέσιον ἄρωμα ὡς βασιλικοῦ, μόσχου καὶ ρόδου ἅμα, ἀνῆλθεν εἰς τοὺς μυκτῆρας τοῦ ἱερέως, τοῦ σκάπτοντος ἐργάτου, τῆς Λελούδας καὶ δύο ἄλλων παρισταμένων γυναικῶν» Η Σεραϊνώ , η τέταρτη μορφή που καθαγιάζει ο Παπαδιαμάντης ξεπερνώντας τα τυπικά της Ορθοδοξίας, ασφαλώς και δεν είναι η τελευταία αγία στο έργο του.

Απλά εξυπηρετούσε την αφήγησή του να μας μιλήσει για το τέλος της. Υπάρχουν αναρίθμητοι ‘’άγιοι’’ στους ταπεινούς ήρωες του κυρ- Αλέξανδρου κι όπως σκύβει με ευλάβεια στα γραπτά του, ευκόλως τους ανακαλύπτει…