Στο όνομα του ‘’φτωχού άγιου’’, με τον οποίο ξεκινήσαμε το μικρό αφιέρωμα στους αγίους του κυρ- Αλέξανδρου, μνημονεύονται όλοι οι ταπεινοί και καταφρονημένοι που αν και θυσιάστηκαν για τη σωτηρία των άλλων, παρέμειναν εσαεί στην αφάνεια. Ίσως γι’ αυτό κι ο Παπαδιαμάντης επέλεξε να μην αναφέρει στο ομότιτλο διήγημά του τα δημογραφικά στοιχεία του ήρωά του.

Σήμερα θα σταθούμε στη δεκαεξάχρονη Ουρανίτσα που «τὴν ἀρραβώνιασαν μὲ τὸν Σπύρο τῆς Μπερνίτσας… πέντε ἢ ἓξ χρόνια μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν Ἐπανάσταση… καὶ σ᾽ ὀλίγες βδομάδες ὁ Σπύρος, ὁ γαμβρός, ἑτοιμάσθη νὰ κάμῃ ταξίδι, …γι᾽ ἀπάνω, γιὰ τὰ Μπογάζια τῆς Πόλης, κι ἀποκεῖ γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα». Την Ουρανίτσα κανόνισαν «νὰ καθίσῃ μὲ τὴν πεθερά της»… Μετά από κάποιους μήνες η μικρή κατάλαβε κι εξομολογήθηκε στην πεθερά της πως ήταν έγκυος καθώς «ὁ ἀρραβωνιαστικός της τὴν ηὗρε μοναχήν, τὸν καιρὸ ποὺ εἶχε μβαρκάρει τὴν πρώτη φορά, κ᾽ ἐπόδισε· καὶ τὴν ἔπιασε, καὶ τὴν κατεχράσθη». ― Ψέματα λές! εἶπεν ἀγρία ἡ Μπερνίτσα. Εἶσαι σὲ τέτοια θέση ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀπ᾽ τὸν καιρὸ ποὺ λείπει ὁ γυιός μου… Μὲ κανέναν ἄλλονε!… Ὁ λόγος αὐτὸς τῆς πεθερᾶς ἦτον μαχαίρι δίκοπο, ἦτον ἀστροπελέκι, ἦτον θάνατος.

Ἡ Οὐρανίτσα ἄρχισε νὰ τρέμῃ ὅλη, ἐκοκκίνισε, κιτρίνισε, ἔπλεε στὸν ἱδρῶτα, πιάσθηκε ὁ ἀνασασμός της. ― Ἐγώ! μπόρεσε μόνο νὰ πῇ… θὰ πιῶ φαρμάκι!… ― Νά ἐκειδὰ πάνω στὸ ἀράφι, τό ᾽χω, εἶπε σκληρὰ ἡ πεθερά της. Πάρε το καὶ πιέ το!… Αὐτὸν τὸν λόγο εἶπε, καὶ τῆς γύρισε τὶς πλάτες…» Και όντως, το ίδιο απόγευμα το κορίτσι φαρμακώθηκε και πέθανε. Επειδή αυτοκτόνησε, δεν έδωσαν άδεια οι αρχές να θαφτεί στα μνημούρια, ούτε καν στο νησί μη και βρικολακιάσει! Τότε «τὴν ἐμβαρκάρισαν στὴ φελούκα» και την ενταφίασαν απέναντι απ’ το λιμάνι, στο ερημονησάκι Μαραγκό.

Μετά από ένα χρόνο ανακάλυψαν οι ψαράδες πως «μιὰ ἀσυνήθιστη μοσχοβολιὰ» ερχόταν απ’ το νησάκι… «Ἐκεῖ, στὴν ρίζα ἑνὸς βράχου, εἰς ἕνα μέρος ὅπου τὸ χῶμα ἐξεῖχε ὀλίγον, εἰς ἕνα μικρὸν ὄχθον ὣς μιάμιση ὀργυιὰ τὸ μάκρος, καὶ τέσσαρες σπιθαμὲς τὸ πλάτος, ἀνθοῦσε μία ὄμορφη ἰτσιά, γεμάτη ἀπ᾽ ὡραῖα ἀσπροκίτρινα λουλουδάκια, ἴτσια, τόσα πολλὰ καὶ φουντωτὰ κι ἄφθονα, ὥστε μποροῦσαν νὰ γεμίσουν ὣς δέκα καλάθια. Ἐκεῖ ἦταν ὁ τάφος τῆς φτωχῆς ἀδερφῆς μου. Ἀπὸ τότε τὸ Μαραγκὸ ἄρχισαν νὰ τὸ λένε «τὸ Νησὶ τῆς Οὐρανίτσας».”»