Μέρες που είναι αξίζει ν’ ανατρέξουμε και στους ήρωες του κυρ- Αλέξανδρου που ο ίδιος καθαγίασε στα διηγήματά του. Δεν πρόκειται ούτε για βασιλιάδες, ούτε για ιερωμένους μα για απλούς λαϊκούς ανθρώπους που όταν πέθαναν ευωδίασε ο τάφος τους. Μ’ αυτό τον απλό τρόπο ο Παπαδιαμάντης τους αγιοποιεί κάνοντας το υπερφυσικό να μοιάζει απολύτως φυσικό και τα παράδοξα ορθόδοξα…

Πρώτος και καλύτερος ο ‘’πτωχὸς Τσόμπανος’’ ο οποίος παραπλάνησε τους ‘’άγριους καὶ αἱμοχαρείς Βαρβαρέζους’’ που ‘’προσωρμίσθησαν διὰ νυκτὸς εἰς τὸν ὅρμον Ἀσέληνο’’, δεικνύοντάς τους τον κύριο δρόμο για να μεταβούν ως την πόλη του Κάστρου, προκειμένου να πάει ο ίδιος από μονοπάτι ταχύτερα για να ειδοποιήσει τους συγχωριανούς του να μην ρίξουν την κρεμαστή γέφυρα και δώσουν πάτημα να αλώσουν το φρούριο. Δεν στάθηκε όμως εκεί να κρυφτεί, να προφυλαχτεί.

Επέστρεψε στα γίδια του που τα είχε έγνοια και τότε τον συνέλαβαν και… «Ἀπήχθη μεταξὺ τῶν ἐρεικῶν καὶ σχοίνων, ὅπου δειλὰ ἀνθύλλια ἐποίκιλλον τὸν πράσινον ἐαρινὸν τῆς γῆς τάπητα· ἐκεῖ τὸν ἔσυραν οἱ Ἀγαρηνοὶ ἀλαλάζοντες κ᾽ ἐκεῖ ἔλουσε μὲ τὸ αἷμά του τὰ ἄνθη καὶ τοὺς χλωροὺς κλάδους, καὶ ζέον ρεῖθρον ἐκοκκίνισε τὴν γῆν, ἥτις εὐμενὴς τὸ ἐδέχθη, ἡ δὲ αὔρα πραεῖα ἀνέλαβεν ἐπὶ πτίλων τὴν πνοήν του, κ᾽ ἐκεῖ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνον τὸν παραδείσιον, πτωχὸς αἰπόλος! μιμηθεὶς τὸν Ποιμένα τὸν καλόν, τὸν τιθέντα τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ὕστερον, πῶς νὰ μὴ μοσχοβολᾷ τὸ χῶμα;»