Με την ευκαιρία της παρέλασης για πρώτη φορά στην ανατολική παραλία, ας θυμηθούμε το πρώτο θύμα της Κατοχής στο νησί… Με την κήρυξη του πολέμου του 40, ο Αντώνης Πολυγερινός εγκλωβίστηκε με τη φαμίλια του στη Σκιάθο.
του Συγγραφέα και Αρθρογράφου του Skiathoslife.gr Γιώργου Σανιδά
Είχαν έρθει στην πατρογονική γη ως επισκέπτες απ’ την Αμερική όπου διέμεναν μόνιμα και δεν πρόλαβαν να φύγουν… Θέλοντας και μη προσαρμόστηκαν στη δύσκολη ζωή του νησιού, ιδιαίτερα στην Κατοχή που ακολούθησε και βύθισε τη χώρα στην ανέχεια και στο πένθος… Το σπίτι τους ήταν στην αρχή απ’ το Γλυφονέρι, πρώτο στη θάλασσα. Στο κατώι είχαν οικόσιτα ζώα, όπως οι πιο πολλοί. Μπροστά στο σπίτι ήταν δεμένη η βαρκούλα τους. Μια ανοιξιάτικη μέρα του 43, ο Αντώνης κίνησε με τη βάρκα του να πάει απέναντι στην Πούντα, να μαζέψει κλάρες για να φάνε τα ζωντανά.
Τον ακολούθησε η κόρη του, η Νίνα, που χαιρόταν το παρόν της στο νησί κι έκανε σχέδια για το μέλλον, όταν θα τέλειωνε ο πόλεμος… Μετέφραζε μάλιστα τη ‘Φόνισσα’ του Παπαδιαμάντη για να διαβάσουν το έργο του σπουδαίου συμπατριώτη της στην Αμερική κατά το γυρισμό της.
Η μέρα ήταν ζάχαρη κι η θάλασσα από μέλι. Δε χόρταιναν να κοιτούν τριγύρω τους την Πούντα και τα νησάκια που τα έλουζε με τις αχτίνες του, ο πρωινός φρεσκοξυπνημένος ήλιος…
Καθώς πλησίαζαν το Δασκαλειό, το μικρό φαρονήσι μες στο λιμάνι, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Του πατέρα ο νους πήρε αμέσως στροφές . Θυμήθηκε πως για να πας έστω απέναντι με τη βάρκα, χρειαζόταν άδεια απ’ τη Φινάτσα, την ιταλική διοίκηση που έδρευε στο Μπούρτζι ξεριζώνοντας από εκεί το σχολείο…
Έκανε ανάποδα τα κουπιά να επιστρέψουν το ταχύτερο. Και τότε έπεσε σαν κεραυνός, δεύτερος πυροβολισμός. Μια σφαίρα ήρθε ακάλεστη και βρήκε τη Νίνα στην καρδιά. Η κοπέλα πέθανε ακαριαία.