Σκιάθος / Καλοκαίρι 2019 / Φωτογραφία : Skiathoslife.gr

του Αντώνη Ψάλτη

Η πρωτοτυπία δεν έχει ανάγκη από αλλοπρόσαλλες φιοριτούρες, από κραυγαλέες αντιξοότητες του λόγου, από ακατανόητους και ανούσιους (που κάθε άλλο παρά ρηξικέλευθους τους λες) συνδυασμούς επιθέτων και ουσιαστικών, ούτε από ριψοκίνδυνα άλματα στο κενό δίχως δίχτυ (συνήθως τρώνε τα μούτρα τους με αυτά τα σάλτα) για να εξορυχθεί. Όλα αυτά δεν είναι άλλο τι από ακαταπόνητες προσπάθειες εντυπωσιασμού. Κι άλλο ο εντυπωσιασμός, που ουδόλως αφορά στην τέχνη, άλλο η πρωτοτυπία. Αρκεί μια απλή (όχι απλοϊκή) ιδέα. Η δύναμη του απλού σαρώνει όλα τα προηγουμένως λεχθέντα, και απομένει μια εμφανής και ολοκάθαρη σύλληψη της δημιουργίας ενός έργου τέχνης για να υπάρξει. Διότι το πρωτότυπο λανθασμένα θεωρείται αυτό που τάχα δεν έχει υπάρξει ποτέ ξανά, και μια υποτιθέμενη ιδιοφυία της τέχνης καταφέρνει, όχι να το ανακαλύψει, αλλά – φευ – να το δημιουργήσει εκ του μη όντος. Τα πάντα στην τέχνη  προϋπάρχουν, τα δομικά υλικά της, δηλαδή. Τα πάντα είναι μπροστά στα μάτια μας, απλώς εμείς αδυνατούμε (γι αυτό δεν είμαστε πάντα, ή κάθε φορά, πρωτότυποι ) να τα δούμε. Κάτι σαν την φιλοκρυψίνου φύση του Ηράκλειτου. Το πρωτότυπο είναι αυτό που πρώτη φορά (κι ας ήταν μπροστά μας) κάποιος (οποιοσδήποτε από εμάς ) βλέπει. Μένει μετά μια αβίαστη, πλην όμως λογοτεχνική ( γι αυτό δεν είναι όλοι λογοτέχνες, άλλοι είναι ζωγράφοι, άλλοι είναι – εξίσου σημαντικό – αναγνώστες), ροή του λόγου, που θα από/τυπώσει το πρω/τότυπο.

Έτσι,  υποστηρίζω, λειτούργησε  και στον  Καρακωνσταντάκη η «μούσα» της ποίησης στο βιβλίο του «Σκιάθος».Περίπου τρία χρόνια παραμονής του, ως εργαζόμενου, στο νησί, με τις όλες περιπλανήσεις και εξερευνήσεις του εκεί, με όλο του το ενδιαφέρον και την περιέργεια για τον τόπο στον οποίον εργάζεται και κατοικεί, θα μπορούσαν να είχαν δώσει μια ταξιδιωτική λογοτεχνία, μια περιηγητική αφήγηση, περιγραφή, όπως εκείνες των περιηγητών στην Ελλάδα τους προηγούμενους αιώνες. Όμως όχι. Ο Καρακωνσταντάκης αποφασίζει να γράψει έναν «τουριστικό οδηγό» για το νησί με ποιήματα. Και πάλι όμως ξεπερνάει τον επιφανειακό (του) στόχο ενός τυπικού τουριστικού οδηγού, που θα περιοριζόταν στην ανάδειξη τοπίων π.χ. Διότι δεν πρόκειται απλώς για μια τουριστική καταγραφή προτεινόμενων τοπίων, χώρων εστίασης, άντε  το πολύ – πολύ και  με την παράθεση μερικών ιστορικών πληροφοριών. Ναι,προφανώς, θα βρούμε στη «Σκιάθο» του Καρακωνσταντάκη και τα θερινά θέρετρα, και τις θερινές συνήθειες, και κάποιες πληροφορίες καθαρά τουριστικού ενδιαφέροντος, αλλά – ευτυχώς – όχι μόνο αυτά. Αντιθέτως ο ποιητής, κάτοικος του νησιού, έχει καταλάβει ότι ο «τουρισμός» εν τέλει, για τέτοια μέρη, όπως η Σκιάθος, δεν συμβαίνει μόνο ως μία κατάσταση σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Σ’ αυτά τα τόσο τουριστικά μέρη, ο τουρισμός αφήνει  το αποτύπωμα του και τον χειμώνα. Τότε ακριβώς, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, αποτυπώνεται στη ζωή του νησιού ο τουρισμός, σαν μια σκιά ανθρώπου που ξέμεινε σε χειμερινό κι ανήλιαγο τοίχο να θυμίζει το πέρασμά του, όταν πια έχουν όλοι φύγει και οι μόνιμοι κάτοικοι «συνεχίζουν» την ζωή τους ή «παρατείνουν» το χρόνο τους μέχρι την επόμενη τουριστική χρονιά. Εν τέλει αναρωτιέται ο ποιητής, αν αυτά τα προσφιλή στους παραθεριστές μέρη έχουν (και) άλλη ζωή πλην αυτής της τουριστικής σεζόν.Μέσα, λοιπόν, από την περιπτωσιολογία όλων των εποχών και όλων των καταστάσεων, όπως μας την δίνει ο ποιητής, βλέπουμε αφενός μεν την όλη ύπαρξη και ζωή του νησιού, αφετέρου ακούμε, διακριτικά και « λυρικά δοσμένη » και την θέση (πολιτική, κοινωνική, οικολογική) του ποιητή, χωρίς να την κραυγάζει εν είδει μανιφέστου, για όλα τα τρέχοντα (και ενίοτε ιδιαίτερα ) ζητήματα που τίθενται σε τέτοιου είδους « ευαίσθητες » περιοχές.

Ο Καρακωνσταντάκης, ήσυχος ποιητής, χωρίς να διεκδικεί τυμπανοκρουσίες και δάφνες, χωμένος σε κάποια γωνία του ποιητικού κάστρου μακριά από βασιλιάδες, πριγκίπισσές και πριγκιπόπουλα, γράφει με τους δικούς του ρυθμούς τα ποιήματα του, σε γλώσσα ήρεμη, αλλά όχι πλαδαρή, σε γλώσσα απλή, αλλά όχι απλοϊκή, σε γλώσσα κατανοητή, αλλά όχι με το προφανές για σκοπούμενο αποτέλεσμα. Γνωρίζει τα υπόγεια παιχνίδια του λόγου και χωρίς ηφαιστιακές εκρήξεις μας δίνει όλη την ένταση που μπορεί να κρύβει ένας στίχος, ένα ποίημα, με τρόπο που σε γραπώνει και σε κατακτά.