Βασικό συστατικό της δημοκρατίας είναι ο γόνιμος διάλογος που προυποθέτει πολιτικό πολιτισμό. Πολλοί όμως πολιτικοί αρέσκονται ως κύμβαλα αλλαλάζοντα, στις κοκκορομαχίες ακόμα κι όταν δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές από τους αντιπάλους τους.

Ο μέγιστος Α. Ππδ στο διήγημά του ‘’δυο κούτσουρα’’ με το απαράμιλλο χιούμορ του, παραδίδει μαθήματα πολιτικής συμπεριφοράς αναλύοντας το τι μας ενώνει μέσα από ένα αγράμματο ήρωά του και προεστό στο Κάστρο των προεπαναστατικών χρόνων, τον κυρ–Δημητράκη τ᾿ Ἀγάλλου… «Σοβαρὸς καὶ ἀρχαϊκός, γαλανὸς κι ἀνοιχτοπρόσωπος, ὁ κυρ–Δημητράκης τ᾿ Ἀγάλλου, μὲ τὰς πλατείας χειρῖδας, τὴν κεντητὴν ζώνην, καὶ τὰ στιλπνὰ πανωβράκια* του, ἐσύχναζε καθ᾿ ἑκάστην εἰς τὸ Κιόσκι… Συνήθως οἱ προεστοὶ ἦσαν βραχύλογοι.

Ἔσφιγγαν τὰ χείλη, καὶ δυσκόλως ἔφευγε λόγος τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων των. Ἔμεναν πάντοτε ἀμφίρροποι, καὶ δὲν ἐξεφράζοντο ποτὲ ἀρκετὰ σαφῶς διὰ πᾶν ζήτημα… Ἐκεῖνο τὸ Σάββατον, ὁποὺ ὁ κὺρ Δημητράκης ἐπέστρεφεν οἴκαδε περὶ τὴν μεσημβρίαν, σοβαρὸς καὶ γαλανός, σκεπτικὸς εἰς ὅλον τὸν δρόμον, εἶχε συζητηθῆ θέμα πολὺ εὐγενὲς εἰς τὸ Κιόσκι, εἰς τὴν συνάθροισιν τῶν προεστῶν. Ἐπρόκειτο περὶ παίδων ἀνατροφῆς καὶ μάλιστα περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ἐφήβων καὶ νεανίσκων ἐκείνου τοῦ καιροῦ, μεσοῦντος τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος. Δύο ἢ τρεῖς νέοι τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἀπὸ καλὰς οἰκίας ὁπωσοῦν, εἶχον ἐκτραπῆ τῆς εὐθείας ὁδοῦ, καὶ εἶχον ἐξοκείλει εἰς θορυβώδεις κώμους τὴν νύκτα, μὲ βιολιὰ καὶ μὲ λαγοῦτα, καὶ μὲ λίαν ζωηρὰ καὶ ξανοιχτὰ ᾄσματα.

Μίαν λέξιν εἶχεν εἰπεῖ μετὰ γενικότητος ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος ὁ Κονόμος. ― Δὲν πᾶμε καλά. ― Ξωκείλαμε, ἐπρόσθεσεν ὁ κὺρ Φραγκούλης τοῦ Φραγκούλα. ― Μπατάραμε. ― Πέσαμ᾿ ὄξου, ἐπέφερεν ὁ καπετὰν Πέρρος ὁ Μαυρογιαλής. ―Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἔλειψε, συνεπέρανεν ὁ Σακελλάριος ὁ παπα-Ζαχαρίας. Κι ὁ κὺρ Δημητράκης ἤρχισε στωμύλως ν᾿ ἀναπτύσσῃ τὸ ζήτημα. ―Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἤρχισε μὲ ὕφος σχεδὸν καλογηρικόν, πρέπει νὰ ξέρουμε πὼς ὅλοι μας εἴμαστε σὰ μιὰ οἰκογένεια ἀγαπημένη, ἀπὸ πατέρα κι ἀπὸ μάννα, ὅλοι ἀδέρφια εἴμαστε.

Πατέρας μας εἶναι ὁ Θεός, μάννα μας εἶν᾿ ἡ γῆς. Καὶ λοιπὸν ἐπειδὴς εἴμαστε ὅλοι ἀδέρφια, μὲ τὸ νὰ ἔχουμε ὅλοι ἕνα πατέρα, τὸν Θεόν, καὶ μιὰ μητέρα, τὴν γῆς, πρέπει νὰ εἴμαστε ἀγαπημένοι καὶ τιμημένοι, ὡσὰν μιὰ οἰκογένεια ποὺ εἴμαστε. Τί λέγει τὸ ἱερὸ Βγαγγέλιο; Ἀγαπήσεις τὸν πλησίο σου ὡς σεαυτόν. Ἐπειδὴς ὁ πλησίος, ὁ γείτονάς σου, εἶναι ἀδελφός, μὲ τὸ νὰ ἔχῃ ἕνα πατέρα, τὸν Θεόν, καὶ μία μάννα, τὴν γῆς, ἤγουν θὰ πῇ πὼς εἶναι σὰν ἀδερφός σου, σωστὸς ἀδερφός σου. Καὶ τί λέγει πάλιν; Ὃ σὺ μισεῖς ἑτέρων μὴ ποιήσῃς· ἑταῖρος, μοῦ ἔλεγε ὁ Λογιώτατος ὁ γυιός μου, ἑταῖρος, θὰ πῇ σύντροφος, φίλος.

Πῶς μπορεῖς νὰ κάμῃς κακὸ στὸν ἀδερφό σου, στὸν σύντροφό σου, στὸν φίλο σου; Ἤγουν, διὰ νὰ καταλάβετε καλά, πατέρες, τί λέγω, θέλεις ἐσὺ νά ᾽ρχωνται νὰ κάνουν πατινάδες ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ παραθύρια σου, τὴν νύχτα;»

Γιώργος Σανιδάς