Διαβάζω αναγκαστικά σε καθημερινή βάση στην ηλεκτρονική έκδοση της Θεσσαλίας τα σχόλια κάτω από τις ειδήσεις που αφορούν τους θανάτους από κορωνοϊό. Ανατριχίλα. Η συντριπτική πλειοψηφία αλαλάζει που … μας αδειάζουν τη γωνιά τα βαρίδια , δηλαδή άνθρωποι 90,88, 95 ετών, οι οποίοι μπορεί να ζούσαν πέντε μήνες ή πέντε χρόνια ακόμη εάν δεν χτυπηθεί από τον ιό. Ειρωνεύονται, χλευάζουν, κανιβαλίζουν. Τα ίδια σχόλια ακολουθούν τις ειδήσεις θανάτων νέων ανθρώπων , με σοβαρά νοσήματα. Ένας άνθρωπος 40 ετών μπορεί να ζήσει 30 ακόμη χρόνια με τον καρκίνο του αλλά χτυπημένος από κορωνοϊό δεν έχει και πολλές ελπίδες. Μια νέα γυναίκα 42 ετών πέθανε τα ξημερώματα στο Νοσοκομείο του Βόλου.
Η πλειοψηφία ζητά επίσης να μας «μαζέψει» ο εισαγγελέας επειδή τρομοκρατούμε τον κόσμο γράφοντας για θανάτους από τον κορωνοϊό που εννοείται δεν υπάρχει. Για να ευθυμήσουμε και λίγο… μας καταριούνται και μας εύχονται να «ψοφήσουμε». Μας αποκαλούν νεκροθάφτες και παλιοτόμαρα.
Τα κομμάτια του παζλ που συνθέτουν το κοινωνικό μωσαϊκό έχουν σαπίσει. Εχουν πέσει οι άνθρωποι σε κώμα, είναι νεκροί και δεν το ξέρουν.
Μπαίνω στο κουστούμι του καθενός , που χάνει τη δουλειά του, που δεν μπορεί να ζήσει, που πίστεψε τις απάτες ότι θα ενισχυθεί οικονομικά σε επίπεδο που θα του επιτρέπεται η επιβίωση και η κάλυψη των υποχρεώσεών του. Σε αυτό το επίπεδο κινείται η συντριπτική πλειοψηφία και το πρόβλημα υπάρχει στο κάθε σπίτι, σε κάθε οικογένεια, στις δικές μας οικογένειες , στις οικογένειες των φίλων μας. Μπορώ να κατανοήσω την οργή.
Στο κουστούμι κανενός όμως τέρατος δεν μπορώ να μπω. Ας μην μπει κανείς στον κόπο να εξηγήσει την ψυχολογία των φρικιών. Ανάμεσα τους διαπιστώνω πως υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν λυμένα όλα τα οικονομικά τους προβλήματα και εκτός από το γεγονός ότι έχασαν τα καφενεία από την καραντίνα κανένα πρόβλημα επιβίωσης δεν αντιμετωπίζουν εκτός από το υπαρξιακό τους.