ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΣΕΜΕΡΓΕΛΗΣ | ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Η ναυπηγική δραστηριότητα στη Σκόπελο μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης υπήρξε αξιοσημείωτη. Γενιές ολόκληρες από έμπειρους τεχνίτες που δούλευαν το ξύλο πέρασαν από τους ταρσανάδες του νησιού. Η παραδοσιακή ξυλοναυπηγική άκμασε για αιώνες και οι Σκοπελίτες καραβομαραγκοί μέχρι και πριν από λίγα χρόνια ασκούσαν με μεράκι μία πανάρχαια τέχνη, ενώ ο στόλος του νησιού των Βορείων Σποράδων ήταν ξακουστός σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Τρεχαντήρια, μπρίκια, μαούνες και γολέτες, ήταν ορισμένοι μόνο από τους τύπους των σκαφών που κατασκευάζονταν στα ναυπηγεία της Σκοπέλου. Σε πολλά σημεία του νησιού, όπως για παράδειγμα στη Χώρα, στον Αγνώντα, στον Πάνορμο, στο Λουτράκι Γλώσσας, ναυπηγούνταν ξύλινα σκαριά που διέσχιζαν όλη τη Μεσόγειο. Έπιαναν τα λιμάνια της Μασσαλίας και της Τεργέστης, ενώ έφταναν μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. H εικόνα των σκοπελίτικων ταρσανάδων «έσβησε» οριστικά στις αρχές της δεκαετίας του ’80, σύμφωνα με τον κ. Κώστα Κοσύφη, έναν ξυλουργό από τη Σκόπελο, ο οποίος ασχολείται επίσης με την κατασκευή και επισκευή ξύλινων σκαφών ακολουθώντας τις παραδοσιακές τεχνικές που κληροδότησε από την οικογένειά του. «Ταρσανάς στη χώρα της Σκοπέλου, όπως παλιά, δεν υπάρχει στις μέρες μας. Τέλειωσαν αυτά τα πράγματα. Βέβαια σήμερα είναι και δύσκολο. Για να κάνεις τέτοιο πράγμα χρειάζεται και υποδομή, ενώ με τον τουρισμό δεν ενδείκνυται να στήσεις κάτι τέτοιο στην παραλία», τόνισε χαρακτηριστικά ο 43χρονος καραβομαραγκός.

Ο Κώστας Κοσύφης σήμερα το απόγευμα θα είναι ένας από τους τρεις εισηγητές, που θα μιλήσουν στην εκδήλωση που διοργανώνει σήμερα στις 7 το απόγευμα στο νησί το Κέντρο Μελετών Σκοπέλου, με θέμα «Ναυπηγική τέχνη και καραβομαραγκοί στη νήσο Σκόπελο» και στην οποία θα παρουσιαστούν πληροφορίες γύρω από την τέχνη κατασκευής ξύλινων σκαφών, τους τεχνίτες ξυλοναυπηγούς του 20ού αιώνα και τις συνθήκες που δούλευαν, αλλά και τους τύπους των σκαφών που σκάρωναν στους ταρσανάδες της Σκοπέλου.
Η πρωτοβουλία του Κέντρου Μελετών Νήσου Σκοπέλου αναμένεται να ξυπνήσει μνήμες του σπουδαίου παρελθόντος της σκοπελίτικης ναυπηγικής. Άλλωστε, στους ταρσανάδες της Σκοπέλου πέρασαν γενιές και γενιές, με τον Κώστα Κοσύφη να σημειώνει: «Ήταν καθημερινότητα για τη Σκόπελο αυτό το πράγμα. Παντού υπήρχαν μάστορες, οι οποίοι δούλευαν στους ταρσανάδες του νησιού. Κι όταν το 2013 καθελκύσαμε το τρεχαντήρι που έφτιαξα μαζί με τον Ρήγα Καθηνιώτη, κατέβηκαν παλιοί Σκοπελίτες και είδαν ένα πράγμα που το είχαν ξεχάσει».

Ο Κώστας Κοσύφης πριν από πέντε χρόνια κατασκεύασε ένα τρεχαντήρι μήκους οκτώμισι μέτρων για λογαριασμό του Ρήγα Καθηνιώτη, ο οποίος σήμερα το χρησιμοποιεί ως αλιευτικό σκάφος

Αξεπέραστη τέχνη με πρώτες ύλες από το νησί
Η εξέλιξη της ναυπηγικής τέχνης στη Σκόπελο, όπως και σε όλη την ελληνική επικράτεια, γέννησε σπουδαίους μαστόρους. Στο αιγαιοπελαγίτικο νησί αναδείχθηκαν πολλοί ξυλοναυπηγοί, οι οποίοι δούλευαν στις ναυπηγικές μονάδες που υπήρχαν κάποτε εκεί, για την ανέλκυση σκαφών που άνοιγαν καινούριους θαλάσσιους δρόμους. Για τον Κώστα Κοσύφη, που έχει στο… DNA του το μεράκι για την ξυλοναυπηγική και την οποία κληρονόμησε από τον παππού του, Μιχάλη Τσουκαλά, η σημασία στη λεπτομέρεια ήταν εκείνη που έκανε ξακουστούς τους Σκοπελίτες τεχνίτες: «Κάθομαι και παρακολουθώ τα παλιά καΐκια, που έχουν απομείνει. Οι παλιοί μαστόροι έκαναν… υψηλή ραπτική όταν δούλευαν. Κι εγώ προσπαθώ να μιμηθώ τον τρόπο. Το προσέχω το ξύλο. Βλέπω ότι ένα κομμάτι έχει θέμα. Θα το αλλάξω. Δεν θα το κρατήσω. Γιατί μετά όταν τελειώσεις το σκάφος και βγάλει το ξύλο πρόβλημα, θέλει διαδικασία ολόκληρη. Και είναι κρίμα. Όταν κάνεις μία δουλειά και ειδικά μες στη θάλασσα. Εκεί πνίγεσαι άμα γίνει κάτι. Είναι υπεύθυνη δουλειά. Πρέπει να έχεις συναίσθηση τι κάνεις. Το παν είναι η προσήλωση στη λεπτομέρεια».
Ο 43χρονος καραβομαραγκός θυμήθηκε έπειτα την εποχή που δούλεψε για πρώτη φορά πλάι στον πατέρα του, ο οποίος ήταν ξυλουργός, αλλά επισκεύαζε και σκάφη. «Με «έτρωγε» από μικρός. Ήμουν κοντά 15 χρόνων, όταν κάναμε κάποιες επισκευές. Ο πατέρας μου γνώριζε. Δουλέψαμε σε δυο-τρία σκάφη μαζί. Όταν έβλεπα σκάφος, έμπαινα από μέσα. Κοίταζα τα ξύλα πώς ήταν καλουπωμένα. Πώς μοντάρεται το ένα, πώς μπαίνει το άλλο. Σιγά-σιγά το ξεκίνησα και μόνος μου. Κακά τα ψέματα, στο νησί δεν έχει μείνει κανείς από τους παλιούς καραβομαραγκούς. Να μου δείξει κάτι. Έφυγαν όλοι. Δεν έχει σωθεί τίποτα, δυστυχώς. Το επάγγελμα πάει. Εκεί γύρω στο 1983-’84 κατασκευάστηκαν οι τελευταίες μαούνες, που πήγαιναν στο Μαντούδι για τη φόρτωση των μεταλλευμάτων. Θυμάμαι πως δούλεψε και ο παππούς μου τότε κι έπειτα έκλεισε και ο τελευταίος ταρσανάς στη Σκόπελο. Έτσι, τελείωσε αυτό», ανέφερε ο κ. Κοσύφης.

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίον αξιοποιούσαν οι τεχνίτες την ξυλεία που παρήγαγαν τα πευκοδάση της Σκοπέλου. «Εδώ στη Σκόπελο πεύκο δουλευόταν. Σ’ άλλα μέρη, π.χ. στην Ύδρα, δεν έχει δάσος κι έφερναν από αλλού ξυλεία. Χρησιμοποιούσαν μουριές και καραγάτσια, φτελιές δηλαδή, ενώ στην Καλαμάτα έχω ακούσει ότι ναυπηγούσαν με κυπαρίσσι που υπάρχει άφθονο. Αναλόγως τι ευδοκιμεί σε κάθε τόπο. Βέβαια το πεύκο έχει μεγαλύτερη αντοχή. Περιέχει το ρετσίνι κι έχει ελαστικότητα. Κι όταν βραχεί από το θαλασσινό νερό, γίνεται σαν λάστιχο. Δεν σπάει. Γίνεται πιο ανθεκτικό».

Πριν από μία πενταετία κατασκεύασε τον «Άγιο Ρηγίνο», ένα τρεχαντήρι μήκους οκτώμισι μέτρων, με το οποίο είχε την ευκαιρία να μιμηθεί τις τεχνικές των παλιών μαστόρων: «Αφότου βρήκαμε το ναυπηγικό μοντέλο από τον Τζουβελέκη, κόψαμε όλα τα ξύλα από εδώ. Το καϊκι δεν έχει ίσιο ξύλο επάνω του. Όλα είναι με φυσική καμπυλότητα, πλην της καρίνας. Πρέπει να πας στο βουνό να βρεις ξύλα με τις κλίσεις που χρειάζεσαι. Δηλαδή κάθε καμπυλότητα που έχει το σκάφος, πρέπει τα «νερά» του ξύλου να ακολουθούν φυσικά. Να μην τα ζορίζεις τα ξύλα, για να αντέχουν. Αλλιώς μετά σπάνε, δεν μπορείς να κάνεις την κατασκευή και φυσικά δεν κόβεις ό,τι να ’ναι. Υλοτομήσαμε τα ξύλα έναν χρόνο πριν σκαρώσουμε το σκάφος. Όταν κόψαμε την ξυλεία, έπειτα τη ρίξαμε στη θάλασσα. Θέλαμε να «ψηθούν» τα ξύλα και μετά τα βγάλαμε έξω, στον χώρο που ναυπηγήθηκε το καΐκι κοντά στους οκτώ-εννιά μήνες. Η εμβάπτιση στη θάλασσα για κανά μήνα περίπου, είναι παλιά πρακτική. Το θαλασσινό νερό εισχωρεί και αποβάλλει το δέντρο τους χυμούς του. Το αλάτι είναι υδρόφιλο, απορροφά την υγρασία του ξύλου και μετά δεν το χτυπάει ούτε σκουλήκι, ούτε τίποτα. Γίνεται η πρώτη κατεργασία. Έπειτα, όταν βγάλεις στη στεριά τους κορμούς, δεν πρέπει να τους χτυπάει ο ήλιος απευθείας. Παρουσιάζουν ρωγμές. Θέλει σκιερό μέρος, όταν τα βγάλεις. Και πιο παλιά, αυτό γινόταν από τους καραβομαραγκούς δίχως να το επιδιώκουν. Στο παρελθόν δεν υπήρχαν δρόμοι στο νησί, όπως πάνε σήμερα με τα φορτηγά. Έκοβαν τα ξύλα και τα έριχναν στη θάλασσα ρυμουλκώντας τα στους ταρσανάδες. Οπότε αναγκαστικά έπεφταν στο νερό, αφού η θάλασσα ήταν το μέσο μεταφοράς στα καρνάγια».

Αγωνία για το μέλλον
Ο Σκοπελίτης μάστορας αγωνιά για το μέλλον της ξυλοναυπηγικής. Άλλωστε, ο ίδιος είναι ο τελευταίος εκπρόσωπος μίας τέχνης που «έσβησε» στο νησί. Κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία, επισκευάζει τα ξύλινα σκάφη των ιδιοκτητών που προστρέχουν σε εκείνον για τις απαραίτητες επιδιορθώσεις. «Έχω ανακατασκευάσει πολλά παλιά σκάφη. Τα έχω κάνει σαν καινούρια. Γι’ αυτό μπαίνω στη διαδικασία αυτή. Να μη χαθούνε. Είναι ωραία σκαριά. Όμως τώρα δεν ξέρω πόσο θα αντέξουμε ακόμη. Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει πάρα πολύ. Ο κόσμος δεν έχει τη δύναμη να τα κρατήσει. Παλιά υπήρχαν και μεγάλα καΐκια που εξυπηρετούσαν το νησί. Σήμερα κάτι βαρκάκια έχουν απομείνει. Για τα επαγγελματικά σκάφη, ζητάνε χίλια-δυο πράγματα. Οι ψαράδες στο τέλος δεν θα αντέξουν. Θα τα στείλουν για διάλυση. Εκεί τους οδηγούν. Είναι και η νομοθεσία τέτοια, που για να αποζημιωθείς, πρέπει να το καταστρέψεις. Δεν σ’ αφήνουν να μετατρέψεις το αλιευτικό σε σκάφος αναψυχής. Φταίει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο. Δυστυχώς. Κι αυτό είναι πανελλαδικό φαινόμενο, όχι μόνο σ’ εμάς. Κρίμα από τον Θεό αυτό που γίνεται. Είναι σκότωμα. Μας χτύπησαν στον πολιτισμό. Αυτά τα πράγματα ποιος θα τα ξαναφτιάξει; Καταστρέφεται η κληρονομιά της πατρίδας. Άντε, εγώ και δύο φίλοι ακόμη, έχουμε το μεράκι και το πάθος και το συνεχίζουμε. Αύριο, την άλλη, τα παιδιά μας θα τα βλέπουν μόνο σε φωτογραφίες και θα αναρωτιούνται: Τι είναι αυτά; Τι περίεργα σκάφη είναι αυτά; Είναι πολύ λυπηρό αυτό», κατέληξε με νόημα ο Κώστας Κοσύφης.

Κεντρική φωτό: Ο Μιχάλης Τσουκαλάς, παππούς του Κώστα Κοσύφη, κατά τη διάρκεια σκαρώματος τρεχαντηριού στη Σκόπελο (πηγή: π. Κωνσταντίνος Καλλιανός)

* Το φωτογραφικό υλικό προέρχεται από την πτυχιακή εργασία που εκπόνησαν το 2013 ο Γιώργος Τζαβάρας και ο Γιώργος Χρυσούλης, σπουδαστές τότε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, μέσα από την παρακολούθηση της κατασκευής του τρεχαντηριού «Άγιος Ρηγίνος» στη Σκόπελο.