Όσο οι μεγαλύτεροι παιδεύονταν να σηκώσουν τους αετούς, τσουπ εμείς τα μικρά, τρυπώναμε ανάμεσα στα ποδάρια τους και πετούσαμε τις κατσούλες μας.
Λίγο πρίμο αεράκι ήθελε κι εκείνες απελευθερώνονταν αθόρυβα από τα χέρια μας σαν να αμολούσαμε λευκά περιστέρια. Κι ύστερα ξετυλίγαμε γρήγορα- γρήγορα την κλωστή απ’ το καρούλι για να πάρει ύψος και και να χαρούμε το ναζιάρικο πέταγμά της.


Σπάνια αφήναμε την κατσούλα μας να πάει πολύ ψηλά -και να θέλαμε, λίγες ανταποκρίνονταν – για να μην την τσακίσει ο αέρας και για να μη χαθεί καθώς όσο ψήλωνε, γινόταν όλο και μικρότερη μέχρι που έμοιαζε κουκίδα άφαντη στον ουρανό να κρέμεται από κλωστή που όσο ανέβαινε γινόταν αόρατη νοητή γραμμή σαν σκάλα που ανεβαίνει ως τα σύννεφα.
Η κατσούλα μας ήταν φτιαγμένη συνήθως από λευκή κόλλα τετραδίου, όπως και η ουρά της. Ασπόνδυλη, χωρίς καλαμένιο σκελετό που είχε απαραίτητα ο αετός. Το μόνο που χρειαζόταν για να πετάξει ήταν καλό ζύγι και μπόλικη ουρά συνέχεια του κορμιού της.
Αποβραδίς λοιπόν με τη βοήθεια συνήθως του πατέρα, χτιζόταν το σκαρί που απαιτούσε όλο κι όλο, καλή χρήση ψαλιδιού. 

Η αλήθεια είναι πως δεν κρατούσε και πολύ μια κατσούλα, εύκολα σχιζόταν κι ήταν σχεδόν μιας χρήσης. Μα τούτο δε μας στοίχιζε καθόλου καθώς γινόταν πανεύκολα, σχεδόν στη στιγμή.
Σαν μικρά,μας βόλευε το μέγεθός της και ο τρόπος που σηκωνόταν. Μπορούσαμε κι εμείς να συναγωνιστούμε τους μεγαλύτερους και να κλέψουμε λίγη απ’ τη δόξα τους που είχε να κάνει με τα κατορθώματά τους στον ουρανό, κυρίως την Καθαρά Δευτέρα μα όχι μόνο….
Τούτη η δόξα έφτανε μακριά καθώς τα χάρτινα πετούμενα τα έβλεπαν απ’ όλες τις γειτονιές, ακόμα και τις πιο απομακρυσμένες.
Κι εμείς τα κούτσικα τι άλλο θέλαμε παρά δείξουμε την περηφάνια μας στις μανάδες μας που μπορεί να έκαναν δουλειές στο σπίτι, μα κοιτούσαν κι απ’ το παράθυρο κάθε τόσο γιατί είχαν το νου τους στα σπλάχνα τους και έψαχναν στον ουρανό να δουν το εύθραυστο χαρούμενο σημάδι τους…

photo by Christos Pinas