Βουτώντας από μια βάρκα στα μικρά Λαλάρια, λίγο πριν από τη μεγάλη και διάσημη παραλία του νησιού, ένιωσα για λίγο, έστω, τη Σκιάθο σαν μια σχεδόν ψευδαισθητική εμπειρία. Τα νερά, διάφανα και κρυστάλλινα, δίπλα στους αργυρόλευκους βράχους με τις σπηλιές και τους ορμίσκους, έδιναν όλο αυτό το παραισθησιογόνο υλικό, πολύ κοντά στον ορισμό της ευτυχίας.

Λίγο μετά, με το αλάτι στο δέρμα, η φρεσκοκομμένη ντομάτα με βελούδινο ελαιόλαδο και με συνοδεία παγωμένης μπίρας, στην καντίνα του κυρ Απόστολου, ολοκλήρωνε την εμπειρία ενός μεσημεριού στη Σκιάθο, με τα απολύτως βασικά. Από την καντίνα, σε ύψωμα, σαν μια ακρόπολη ενός Ροβινσώνα Κρούσου, ατενίζαμε τα ερείπια του Κάστρου, της παλιάς Χώρας του νησιού.

Η Σκιάθος μπορεί να συνδυάζει πολλά, αλλά για μένα αυτός ο παράδεισος, που ήδη από τα χρόνια του ’60 πολλοί ξένοι επισκέπτες τη χαρακτήριζαν έτσι, είναι ένας τόπος ιδιαίτερος, αισθαντικός και πνευματικός. Φέρω τις παιδικές μου αναμνήσεις, όταν οι γονείς μου ανακάλυψαν αυτό το νησί και για τρία καλοκαίρια ερχόμασταν να εξερευνήσουμε την τότε παρθένα νήσο. Κατεβαίναμε με βάρκες από το πλοίο, το λιμάνι δεν είχε μεγαλώσει, και κάναμε βόλτες προς τη Λίμνη, όταν έπεφτε ο ήλιος, εκεί κοντά όπου έγινε αργότερα το αεροδρόμιο. Αλλά η Σκιάθος είναι ένα νησί για όλους, αρκεί να νιώσει κανείς εκείνη τη δυνατότητα συνύπαρξης που παρέχει σε κοσμικούς και μοναχικούς. Φέτος περπάτησα πολύ μέσα στη Χώρα, τον μοναδικό οικισμό του νησιού, με το παλιό και το νέο λιμάνι και την κεντρική οδό από όπου όλοι θα περάσουν, την οδό Παπαδιαμάντη, που παλιά είχε και ένα μικρό κανάλι.

Στάθηκα σ’ εκείνα τα θραύσματα της παλιάς Σκιάθου, σε κάποια παλιά σπίτια με ξύλινες εξώθυρες, αστικές και λαϊκές, παλιές αποθήκες, και μπακάλικα, μια εικόνα σε απόσυρση. Πιο κάτω, μέσα στη βοή του κόσμου, στάθηκα έξω από το «Αττικόν», το θερινό σινεμά που εκείνες τις ημέρες προανήγγειλε το νέο «Μamma Μia!», και, όταν σήκωσα το βλέμμα, είδα μία από τις πιο ωραίες σιδεριές, σε κόκκινο χρώμα, σαν υπέρθυρο. Μου φάνηκε σαν μια χειρονομία που έφερνε ποίηση στην τουριστική πεζότητα.

Κάθε φορά προσκυνάω το σπίτι του Παπαδιαμάντη και, αν και δεν υπάρχουν αυθεντικά αντικείμενα, η ατμόσφαιρα είναι συγκινητική. Φετινή ανακάλυψη ήταν το Σκιαθίτικο Σπίτι, ένα ιδιωτικό μουσείο που σε μυεί στην ιστορία μιας οικογένειας από το 1910 έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, με τεράστια συλλογή αυθεντικών κειμηλίων. Εξαιρετική η ξενάγηση από τα μέλη της οικογένειας. Η είσοδος είναι μόνο δύο ευρώ και σε ένα τραπεζάκι υπάρχουν και τα σκιαθίτικα βιβλία του Γιώργου Σανιδά.

Στο Μπούρτζι, στο κατάφυτο «νησάκι» προς το παλιό λιμάνι, περιεργάζομαι πάντα το παλιό σχολείο, από τη σειρά εκπαιδευτηρίων που είχε χρηματοδοτήσει ο Ανδρέας Συγγρός στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκεί στεγάζεται το Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης. Επιβάλλεται ένας καφές στο Μπούρτζι, γιατί σε αυτό το σχεδόν νησάκι νιώθεις τη Σκιάθο στο αίμα σου και, αν κατηφορίσετε προς την τουαλέτα, θα έχετε την ευκαιρία να πλύνετε τα χέρια σας στους ωραιότερους νιπτήρες, με απευθείας θέα στο πέλαγος.

Με τη γεύση από το χαμαλί, το παραδοσιακό γλυκό αυτού του ιδιαίτερου νησιού, και την αύρα της καθημερινότητας στις γειτονιές, έχεις την επιθυμία να γνωρίσεις πιο βαθιά τους ανθρώπους που παλεύουν για την ποιότητα. Με νέο δήμαρχο, έναν άξιο Σκιαθίτη, τον Θοδωρή Τζούμα, η Σκιάθος αποκτά και ιστορική αυτοσυνειδησία. Το κοιμητήριο εντάχθηκε, χάρη στη δική του πρωτοβουλία, στο ευρωπαϊκό δίκτυο ιστορικών κοιμητηρίων, ενώ στη θαυμαστή Μονή της Ευαγγελίστριας παρουσιάζεται για όλο το καλοκαίρι η έκθεση με τις φωτογραφίες του Άγγλου Alexander Lamont Henderson, από τις συλλογές του Φωτογραφικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

Τυχαία, δοκίμασα και λευκό κρασί της Σκιάθου. Ενθουσιάστηκα. Η παραγωγή είναι μικρή, μου είπαν. Μένει στο νησί. Ευκαιρία να ξαναπάω σύντομα.

To κείμενο είναι από τις «αναμνήσεις διακοπών» όπου Έξι αρθρογράφοι της «Καθημερινής» ανατρέχουν στους τόπους που έχουν ταυτίσει με το «πιο δικό τους» καλοκαίρι. Ο Νίκος Βατόπουλος γράφει για τη Σκιάθο, η Γιούλη Επτακοίλη για την Πούντα Ζέζα, η Ξένια Κουναλάκη για το Φισκάρδο, ο Ηλίας Μαγκλίνης για τον Αγιόκαμπο Ευβοίας, ο Πάσχος Μανδραβέλης για τον Μόλυβο και ο Μιχάλης Τσιντσίνης για την Αστυπάλαια.