Η ξενοδόχος και συγγραφέας Πέπη Μούστου γράφει για τη δικιά της Σκιάθο.

Ιούνιος του 1987. Προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο της Σκιάθου με το αεροπλάνο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και έξω με περίμενε ο ερωτάς μου με ένα σκονισμένο Daihatsu Jeep Zebra της εποχής. Εκείνος έχτιζε τότε το ξενοδοχείο Plaza και ήταν ένας από τους φερέλπιδες ξενοδόχους της Σκιάθου, ένας από τους ανθρώπους που έστησαν τότε το νέο τουριστικό τοπίο του νησιού. Σε λίγο η Σκιάθος θα γέμιζε με μοντέρνα καταλύματα που θα έφερναν ολοένα και περισσότερο κόσμο στο νησί, ένα νησί ήδη κοσμοπολίτικο με ατέλειωτες προσβάσιμες παραλίες, κουκουναριές που φτάνουν μέχρι την αμμουδιά, στενά δρομάκια μέσα στην πόλη και σπίτια χαμηλά ή κατοικίες σκαρφαλωμένες πάνω σε βράχους και λόφους, χτισμένες με την τοπική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, ξύλινα παραθυρόφυλλα, κόκκινα κεραμίδια και πλάκες πηλιορείτικες. Καθώς το Zebra γλιστρούσε μέσα στη χαραυγή, ήξερα πως ξημέρωνε μια νέα αρχή, στη ζωή μου όπως και στην τουριστική ιστορία της χώρας.

Η Σκιάθος με κανάκεψε και με μεγάλωσε. Κάθε νησί αποτελεί πρόσφορο έδαφος για τη συνάντηση του τοπικού με το παγκόσμιο, έτσι η επαφή με τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους είναι ό,τι πολυτιμότερο αποκόμισα. Γνώρισα τον Φράνκο από την Ιταλία που ήταν διευθυντής στην Alfa Romeo, τα παράτησε όλα και έζησε ως το τέλος της ζωής του στο νησί ως ανέμελος πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης. Τον ηγούμενο Άγγελο Λύσσαρη που έσωσε το μοναστήρι της Ευαγγελίστριας, εκεί όπου σχεδιάστηκε και υφάνθηκε η πρώτη ελληνική σημαία. Στα χρόνια του πατέρα Άγγελου η Μονή απέκτησε μουσείο καθώς και κρασί δικιάς της παραγωγής, τον ιστορικό οίνο Αλυπιακό που όπως έλεγε ο Παπαδιαμάντης ήταν κατάλληλος για να ανακουφίζει τας λύπας, τους καημούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου. Συζήτησα με τον Δημήτρη Τσάτσο στο κατάστρωμα του ιστιοπλοϊκού Θελγίνος, γνώρισα έναν ευαίσθητο Άραβα πρίγκιπα που υπέφερε από κατάθλιψη. Και ποτέ δεν θα ξεχάσω τον συνθέτη και μουσικολόγο Γιώργο Τσαγκάρη να απαγγέλει με τη μπάσα φωνή του Παπαδιαμάντη στο Μπούρτζι.

Η Σκιάθος είναι ένας τόπος που γαληνεύει τη ψυχή σου, όπου όλα παραμένουν ποικιλόμορφα και ρευστά, είναι η ροδόχρους δύση και ο μυστικισμός του Παπαδιαμάντη. Αρκεί να αναπαυτείς κάτω από τη σκιά ενός δέντρου και να αφουγκραστείς τον παφλασμό των κυμάτων, αν η καρδιά σου το θέλει, είναι βέβαιο, πως θα συναντήσεις τα πλάσματα που γεννήθηκαν στις σελίδες του κυρ-Αλέξανδρου, μούσες, νεράιδες και θεότητες, κήπους μυστικούς έτσι όπως τους περιέγραψε ο Άγιος των ελληνικών γραμμάτων.

Πέρασαν τριάντα και παραπάνω καλοκαίρια. Ήμουν στη Σκιάθο πριν από λίγες μέρες, σε ένα ήσυχο, covid free νησί που περίμενε με αγωνία τους πρώτους ξένους τουρίστες. Κολυμπήσαμε σε άδειες παραλίες, χαιρετηθήκαμε με τους αγκώνες, χαμογελάσαμε πίσω από μάσκες, φάγαμε brunch στο Ergon, ψαρόσουπα στο Απέραντο Γαλάζιο, κριθαρότο και φέτα με μαρμελάδα στο Αγνάντιο, γαρίδες στο κεραμίδι και αποδομημένο γαλακτομπούρεκο στο Καρνάγιο, πίτσα στο Gravisi, ήπιαμε Guerra Rossa του ’14 από την εκλεκτή κάβα του La Piscine Art Hotel και Cucumber Splash στο θρυλικό Borzoi Club, ακούσαμε τζαζ στον κήπο του Skiathos Holidays, τραγουδήσαμε μέσα στο σούρουπο, ήτον η αμφιλύκη εντός της ψυχής και χορέψαμε ως το πρωί.

*Η Πέπη Μούστου είναι ξενοδόχος και συγγραφέας.

Πηγή: https://www.athensvoice.gr