Σήμερα, παραμονή της γιορτής στη μνήμη του Προφήτη Ηλία, τελείται Αγρυπνιά στο βουνό πάνω απ’ την πόλη της Σκιάθου όπου βρίσκεται χτισμένο το εκκλησάκι του από το 1906.

Όλες οι εκκλησίες προς τιμήν του είναι χτισμένες σε βουνό κι αυτό σχετίζεται με τη λαϊκή παράδοση που αναφέρει ότι ο Αη-Λιας ήταν ναύτης και όταν βαρέθηκε τα ταξίδια, αποφάσισε να βρει ένα μέρος που να μην ξέρουν οι άνθρωποι τι είναι θάλασσα και τι καράβι.
Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, πήρε ένα κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά και όποιον συναντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του και όσο του απαντούσαν «κουπί», τραβούσε ψηλότερα.

Όταν κάποτε έφτασε σ’ ένα ψηλό βουνό συνάντησε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε πάλι το ίδιο…
Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά κι ύστερα του είπε «ξύλο είναι». Ο Αη-Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών κι όπως αναφέρει η παράδοση «Στήνει ολόρθο το κουπί, χτίζει μια καλύβα και αποφασίζει να μείνει εκεί όλη του τη ζωή. Για τούτο τον Άγιο Ηλία τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα».
Ο δικός μας Αη- Λιάς, αν και χωμένος μέσα στη βλάστηση με τα ψηλά πλατάνια και τα γάργαρα νερά να δροσίζουν την αυλή του, χαίρεται την ανατολή, τ’ άστρα και το φεγγάρι.
Ιδιαίτερα απόψε που γιορτάζει μόνο όσοι βρεθούν στα στασίδια και τα πεζούλια του μπορούν να πάρουν την ευλογία του απολαμβάνοντας την πανοραμική θέα…

  • ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ
  • Ημέρα εορτής: 20 Ιουλίου.
  • Πανήγυρης: Τελείται Αγρυπνία την παραμονή της Εορτής.
  • Χρονολογία: 1906.
  • Θέσις: Στο βουνό, στην ομώνυμη τοποθεσία.
  • Δικαιοδοσία: Ανήκει στην Ενορία των Τριών Ιεραρχών.

«Ἔφθασε στὸν Ἅη-Λιά… Τὰ πελώρια πλατάνια ἐφυσῶντο κι’ ἐσείοντο κυρτὰ ἐπὶ τῆς πλατείας, σκεπάζοντα ὅλην τήν ἔκτασιν, νανουρίζοντα τὴν μεγάλην δίκρηνον βρύσιν». («Τ’ Ἀγγέλιασμα» Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη)

«Ἔφθασεν εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου, καὶ ἀφοῦ ἐδροσίσθησαν ὑπό τὴν ἐξαίσιον φυλλάδα τῶν μεγαλοπρεπῶν πλατάνων καὶ ἔπιον ὕδωρ ἐκ τῆς ἀμφιλαφοὺς κρίνης, τῆς Προχεούσης εἰς ὅλην τὴν μαγευτικὴν κοιλάδα τὰ διαυγῆ της νάματα». («Στὴν Ἁγι’ Ἀναστασιά» Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη)

«Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελέρυζε τὰ νερά της στ’ αὐλάκια, τὸ ρέμμα-ρέμμα, τὸν κατήφορον». («Ἡ Πεποικιλμένη» Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη)

«Ἐν τῇ λαμπρᾷ θέσει τοῦ «Προφήτου Ἠλία», ἣν δροσίζουσιν αἱ μεσημβριναὶ γλυκύταται αὕραι καὶ ποτίζει διαυγέστατον ὕδωρ. Πηγὴ δίκρουνος προχεῖ ἄφθονον τὸ ρεῦμα, ὑπὸ τὴν γηραιὰν Πλατανον, τὴν σκιάζουσαν τὴν πηγήν». («Μὲ τοῦ Βορηᾶ τὰ Κύματα» Ἀλεξ. Μωραϊτίδη)

«Ἐν μέσῳ τῶν παχυσκίων δένδρων ἐγγὺς δροσεροῦ ὕδατος ἐκρέοντος ἀπό τινος μεγάλου βράχου, κεκαλυμμένου ὑπὸ πυκνοῦ θάμνου, κισσοῦ καὶ ἀγρίων βάτων… εἰς τὴν δροσόπνοον ἐκείνην κορυφὴν τῆς νήσου». («Τὰ Βακούφικα» Ἀλεξ. Μωραϊτίδη)