Χριστούγεννα στην ερημιά κι ούτε φανήκανε παιδιά, πάγωσε το σοκάκι.

Θα λάμπει απόψε η εκκλησιά, αλλά δεν έχω πόδια πια ν’ ανάψω ένα κεράκι.

Θα κάτσω να προσευχηθώ για όσους μένουν στο χωριό κι αυτούς που ζουν στα ξένα.

Κι ύστερα θ’ αποκοιμηθώ μήπως και ονειρευτώ ξανά τα περασμένα.

Θα μείνω πάλι μοναχή, θα δώσω λίγο απ’ το φαί για να φιλέψω το γατί που’ χει ψυχή.

Και ίσως αύριο το πρωί κάποιος να με θυμηθεί κα πάρει δρόμο και στρατί για να με δει.