Τι γνωρίζουμε για τα εμβόλια της Covid-19 που θα φτάσουν στην Ελλάδα – Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της επιστημονικής προσέγγισης πάνω στην οποία βασίστηκε το καθένα

Το ελληνικό σχέδιο, που δημοσίευσε την Κυριακή το ΘΕΜΑ, για τον δωρεάν εμβολιασμό του συνόλου του πληθυσμού της χώρας κατά της νόσου COVID-19, θα παρουσιάσει σήμερα το απόγευμα ο υπουργός Υγείας, κ.Βασίλης Κικίλιας κατά την τακτική ενημέρωση για την πορεία της πανδημίας στη χώρα μας. Όπως έχει ήδη γίνει γνωστό, η Ελλάδα θα προμηθευτεί σταδιακά 25 εκατομμύρια δόσεις από τα εμβόλια που θα λάβουν την έγκριση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ). Οι δόσεις επαρκούν για τον εμβολιασμό 12,5 εκατομμυρίων ατόμων, πράγμα που σημαίνει ότι θα καλυφθούν οι ανάγκες του συνόλου του πληθυσμού της χώρας.

Από τις συμφωνίες και προ-συμφωνίες που έχει συνάψει η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις παρασκευάστριες εταιρείες (AstraZeneca, Pfizer/BioNTech, Moderna, Johnson & Johnson, Sanofi/GSK και CureVac) η Ελλάδα αναμένεται να έχει πρόσβαση σταδιακά σε όλα τα εμβόλια. Στα 1.018 εμβολιαστικά κέντρα που θα αναπτυχθούν σε όλη την επικράτεια, οι πολίτες βάσει της σχετικής προτεραιοποίησης που εισηγείται η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού θα κληθούν να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για να εμβολιαστούν και να θωρακιστούν έναντι της λοίμωξης COVID-19 που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός SARS-CoV-2.

Τι πρέπει να γνωρίζουμε για τα εμβόλια κατά της COVID-19

Με αφορμή την παρουσίαση του εμβολιαστικού σχεδίου του υπουργείου Υγείας ας θυμηθούμε κάποιες βασικές πληροφορίες για τα υπό κλινική ανάπτυξη εμβόλια και τον τρόπο που λειτουργούν.

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ιατρικής τόσες πολλές φαρμακευτικές εταιρείες και ακαδημαϊκοί φορείς έχουν εμπλακεί σε μια ταυτόχρονη ανάπτυξη ενός εμβολίου για μια λοιμώδη νόσο. Κοινός στόχος όλων αυτών των προσπαθειών είναι η αναχαίτιση της πανδημίας που καθημερινά στοιχίζει τη ζωή σε χιλιάδες συνανθρώπους μας σε όλο τον πλανήτη.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, 234 υποψήφια εμβόλια είναι υπό κλινική διερεύνηση, εξ αυτών 40 βρίσκονται σε κάποιο στάδιο κλινικής δοκιμής και από αυτά μόνο 10 είναι στη Φάση 3, δηλαδή λίγο πριν από την υποβολή αιτήματος αδειοδότησης στις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές ανά τον κόσμο.

Όλα αυτά τα εμβόλια έχουν στόχο να εξουδετερώσουν τον SARS-CoV-2 πριν προκαλέσει τη νόσο COVID-19 αλλά χρησιμοποιούν διαφορετικούς μηχανισμούς για να το πετύχουν.

Ομοιότητες

Όπως προαναφέρθηκε ο θεμελιώδης στόχος των εμβολίων είναι να προστατεύσουν το εμβολιασμένο άτομο από τη νόσο COVID-19 αποτρέποντας τη νόσηση σε περίπτωση που εκτεθεί στον SARS-CoV-2.

Όταν εμβολιαζόμαστε, το βιοτεχνολογικό παρασκεύασμα εισέρχεται στην αιματική κυκλοφορία ωθώντας το σώμα να πιστέψει ότι δέχεται επίθεση από κάποιον παθογόνο μικροοργανισμό. Το ανοσοποιητικό σύστημα τότε αναλαμβάνει δράση παράγοντας αντισώματα που αναλαμβάνουν να εξουδετερώσουν τον ιό. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το ανοσοποιητικό σύστημα έχει πολύ καλή μνήμη, πράγμα που σημαίνει ότι θα αντιδράσει κάθε επόμενη φορά που θα δεχθεί κάποια εξωτερική απειλή, έχοντας αναπτύξει ανοσία.

Βέβαια επειδή τα υπό ανάπτυξη εμβόλια για την COVID-19 είναι όλα νέα όπως και ο SARS-CoV-2 δεν είναι ακόμα σαφές πόσο θα διαρκεί η προστασία (ανοσία) που θα προσφέρει ο εμβολιασμός. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι μέσω του εμβολιασμού το ανοσοποιητικό σύστημα τίθεται σε θέση μάχη χωρίς να προκαλείται νοσηρότητα.

Διαφορές

Υπάρχουν τέσσερις διαφορές προσεγγίσεις σε ότι αφορά τα εμβόλια που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο τελικό στάδιο (Φάση 3) των κλινικών δοκιμών που διεξάγονται παγκοσμίως.

Κάποια εξ αυτών θεωρούνται «παραδοσιακά» υπό την λογική ότι χρησιμοποιούν την πεπατημένη οδό, δηλαδή έναν εξασθενημένο ή αδρανοποιημένο ιό για να προκαλέσουν την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Άλλα χρησιμοποιούν μικρά τμήματα επιφανείας του κορωνοϊού, αντί ολόκληρο τον ιό αδρανοποιημένο. Και κάποια εμβόλια χρησιμοποιούν έναν άλλο, αδρανοποιημένο ιό ως «δούρειο ίππο» για να διοχετεύσουν το γενετικό υλικό του SARS-CoV-2 στον οργανισμό του εμβολιαζόμενου ατόμου.

Και φυσικά υπάρχουν τα εμβόλια που βασίζονται στο λεγόμενο αγγελιοφόρο RNA, δηλαδή γενετικό υλικό που δίνει εντολή στα κύτταρα να αρχίσουν να παράγουν πρωτεΐνες που υπάρχουν στην εξωτερική επιφάνεια του κορωνοϊού.

Τα περισσότερα από τα εμβόλια που βρίσκονται στο τελικό στάδιο των κλινικών δοκιμών επιτυγχάνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα με διπλό δοσολογικό σχήμα που χορηγείται με διαφορά κατά μέσο όρο 28 ημερών μεταξύ των δύο δόσεων. Φυσικά υπάρχουν και μερικά που επιτυγχάνουν την ανοσοαπόκριση με μια δόση.

Παρά τις διαφορές τους, το σίγουρο είναι ότι τα εμβόλια που τελικά θα λάβουν την έγκριση των ρυθμιστικών αρχών σε ΗΠΑ (FDA) και Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΜΑ) θα είναι ασφαλή και αποτελεσματικά.  Σε ότι αφορά στις ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες είναι σπάνιες γενικότερα σε αφορά στα εμβόλια, οι συχνότερα αναφερόμενες είναι ήπιες και παροδικές, όπως πόνος ή εξάνθημα στο σημείο της έγχυσης.

Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα

Όπως προαναφέρθηκε υπάρχουν τέσσερις διαφορετικές προσεγγίσεις που εφαρμόζονται στην ανάπτυξη των εμβολίων για την COVID-19. Όλες έχουν τα θετικά και τα αρνητικά τους:

Τα εμβόλια γενετικού κώδικα, όπως αυτά των Pfizer/BioNTech και Moderna, εισάγουν στον οργανισμό ένα «εγχειρίδιο οδηγιών» που αποτελείται από γενετικό υλικό που ονομάζεται RNA ή DNA. Αυτό το εγχειρίδιο οδηγιών λέει στα κύτταρα να αρχίσουν να παράγουν μια πρωτεΐνη που βρίσκεται συνήθως στην εξωτερική επιφάνεια του ιού. Όταν το σώμα αντιλαμβάνεται την παρουσία της ιικής πρωτεΐνης ενεργοποιεί την ανοσοαπόκριση.

Τα εμβόλια που βασίζονται σε γενετικό υλικό, δεν έχουν ποτέ μέχρι σήμερα χρησιμοποιηθεί εκτός εργαστηριακού περιβάλλοντος αλλά έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να παραχθούν γρήγορα.

Τα εμβόλια ιικού φορέα, όπως αυτά που αναπτύσσουν η AstraZeneca και η Johnson & Johnson (αλλά και η κινεζική CanSino και το ρωσικό Ινστιτούτο Γκαμαλέγια) χρησιμοποιούν έναν διαφορετικό ιό ως «φορέα», ή έναν μηχανισμό παράδοσης, για να εισαγάγουν ένα τμήμα του γενετικού υλικού του κορωνοϊού στα κύτταρα, που το ανοσοποιητικό σύστημα μαθαίνει να αναγνωρίζει και να εξουδετερώνει.

Αν και τα συγκεκριμένα εμβόλια μπορούν να παραχθούν επίσης γρήγορα, υπάρχει η πιθανότητα το εμβολιαζόμενο άτομο να αναπτύξει ανοσία στον ιό-φορέα και αυτό αυτομάτως περιορίζει την δυνατότητα των υπενθυμιστικών δόσεων.

Τα εμβόλια υπομονάδας, όπως της NovaVax, χρησιμοποιούν μια πιο παραδοσιακή μέθοδο που διοχετεύει στον οργανισμό ιικά θραύσματα – είτε το νεκρωμένο φλοιό του ιού, είτε τις αποσυσσωματωμένες πρωτεΐνες του. Αυτά τα ιικά θραύσματα δεν μπορούν να αναπαραχθούν και να προκαλέσουν μόλυνση, αλλά προκαλούν ανοσοαπόκριση.

Αυτός ο τύπος εμβολίου χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να παραχθεί και μπορεί να απαιτηθεί υπενθυμιστική δόση. Αλλά παραμένει μια καλά δοκιμασμένη και ελεγμένη εμβολιαστική τακτική.

Τέλος, τα εξασθενημένα ή αδρανοποιημένα εμβόλια, όπως η πλειοψηφία όσων αναπτύσσονται από κινεζικές εταιρείες (π.χ. Sinopharm και Sinovac) είναι επίσης μια παλαιά προσέγγιση στην ανάπτυξη εμβολίων. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιεί τον ίδιο τον ιό, αλλά οι επιστήμονες τον αποδυναμώνουν ή τον εξουδετερώνουν εντελώς για να διασφαλίσουν ότι δεν θα προκαλέσει λοίμωξη ενώ ταυτόχρονα είναι ικανός να προκαλέσει ανοσοαπόκριση.

Αυτά τα εμβόλια είναι πιο δύσκολο να παραχθούν γρήγορα συγκριτικά με άλλα που αναφέραμε παραπάνω, αλλά έχουν μακρά και επιτυχημένη πορεία στην ιστορία της πρακτικής του εμβολιασμού.