Ο Πέτρος Ζούλιας εντυπωσιασμένος από τις «Γυναίκες του Παπαδιαμάντη» αποφάσισε να κάνει μια παράσταση γι’ αυτές το φετινό χειμώνα. Με προεξάρχουσα την Φραγκογιαννού την ηρωίδα στη «Φόνισσα», στήνει ένα χορό από κωμικά και δραματικά περιστατικά ζωής γυναικών στις αρχές του 20ου αιώνα, σε ένα απομονωμένο νησί της Ελλάδας. Οι μελωδίες και η ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων μπερδεύονται με το πένθιμο πνεύμα της Σταύρωσης και του Πάσχα, η χαρά της γέννας συναντάται με τον πόνο του θανάτου. Η μαγεία και η δεισιδαιμονία διασταυρώνονται στη θρησκοληψία και την προκατάληψη.

Αυτές οι γυναίκες αναμετριούνται με τα εμπόδια της ζωής. Τη φτώχεια, το θάνατο, τη μοναξιά. Συμμαχούν, συνομωτούν, αλλά και αλληλοσπαράσσονται. Παράλληλα, είναι θύτες και θύματα μαζί. Γι’ αυτό είναι ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Σμιλεγμένοι χαρακτήρες. Απόλυτα δικαιολογημένες για τις πράξεις τους και για τις παραλείψεις τους.

Τα κορμιά τους είναι λυγισμένα από την πολλή δουλειά. Εργάζονται, γεννούν, τα κάνουν όλα, καθώς οι άντρες ήταν ναυτικοί ή τεμπέληδες. Με λίγα λόγια, ζούνε τη ζωή στο έπακρο κι έχουν βαθύ και έντονο το αίσθημα της επιβίωσης. Έχουν μια τεράστια αποδοχή της ζωής. Χάνουν ανθρώπους, πεθαίνουν οι άνδρες τους, τα παιδιά τους και αυτές συνεχίζουν επίμονα για το υπόλοιπο της ζωής τους χωρίς να σταματάνε. Δεν τους εμποδίζει τίποτα να επιβιώσουν.

Οι περισσότερες είναι πολύ δοτικές, με όλα τα ελαττώματα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, αγαπούν και μισούν και κυρίως έχουν έντονο το αίσθημα της επιβίωσης. Διαθέτουν τη λαϊκή, την εμπειρική σοφία που τους βοηθά να ζουν. Μπορεί να μην εγκρίνεις αυτά που κάνουν, αλλά τα κατανοείς και τα εξηγείς.

Ο Πέτρος Ζούλιας μέσα από την σκηνοθετική του ματιά προσπαθεί να αναδείξει τη συμπύκνωση της γραφής του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, επικεντρώνοντας στο σκηνικά αναγκαίο, στη φέτα ζωής. Στη μοναδική στιγμή, έτσι όπως αυτός την αιχμαλωτίζει. Ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο θαύμα που κυοφορείται και στην κατάρα που πέφτει για να αλλάξει τη μοίρα ενός ανθρώπου. Μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Η «Φόνισσα» θεωρείται η κορυφαία στιγμή του έργου του Παπαδιαμάντη. Εκτός από τη λογοτεχνική της αξία, για την οποία έχουν μιλήσει ήδη οι αρμόδιοι, το περιεχόμενό της, οι τρόποι προσέγγισης, ανάλυσης και ερμηνείες της, εξακολουθούν, 85 χρόνια μετά τη συγγραφή της, να προκαλούν συζητήσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των ερευνητών και των ερευνητριών. Ταυτόχρονα, και ερήμην του συγγραφέα, η «Φόνισσα» σηματοδοτεί την έναρξη της φιλογουμένης λογοτεχνίας, ενός τομέα όχι ιδιαίτερα παραγωγικού στην Ελλάδα.

Αν δει κάποιος την εργογραφία του Παπαδιαμάντη μόνον αισθητικά, τότε χάνει όλη την ουσία. Από την άλλη, αν τη δει μόνον θρησκευτικά, τότε χάνεται η μοναδικότητα της και μετατρέπεται σε ένα είδος λογοτεχνίας «με θέση». Όλες οι μέχρι τώρα αξιολογικές κρίσεις για τον Παπαδιαμάντη είναι απόρροια των ποικίλων συνδυασμών των δύο αυτών αξόνων. Σύμφωνα με τον [Κωστή] Παπαγιώργη: «Αν υπάρχουν δυο Παπαδιαμάντηδες, πάντα ο ένας θα θυσιάζεται εν ονόματι του άλλου».

Σπουδαία παράσταση, άρτια σκηνοθετικά και με εξαιρετικές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς. Η Νένα Μεντή, κάτι παραπάνω από εκπληκτική στο ρόλο της Χαδουλας – Φραγκογιαννους, «αλωνίζει» κυριολεκτικά πάνω στο σανίδι και αποδεικνύει για ακόμα μία φορά πόσο καλή ηθοποιός είναι. Μέσα στο ερμηνευτικό της κέντρο αποτυπώνει με μουσικότητα μια ολόκληρη εποχή και ζωγραφίζει την προσωπικότητα μιας βασανισμένης γυναίκας. Σε όλη της τη ζωή υπηρετούσε κάποιον, είτε αυτός ήταν οι γονείς της, είτε αυτός ήταν ο άντρας της, είτε αυτά ήταν τα παιδιά της. Γι’ αυτό και κάτω από τα «φοβερότερα βάθη και πάθη της ανθρώπινης ψυχής», στα όρια του παραλογισμού προσπαθεί να σώσει κάθε άλλο θηλυκό που βρίσκεται αβοήθητο στο δρόμο της.

Γύρω από τη Φραγκογιαννού, τη στιγμή της έκρηξης, κινείται μια γυναικεία ομάδα, οι δευτερεύοντες ηρωίδες του έργου, οι οποίες, στον ένα ή τον άλλον βαθμό, συμμετέχουν στο γεγονότα και τις εξελίξεις. Η Ερση Μαλικένζου, η Ευγενία Δημητροπούλου, η Χριστιάννα Ματζουράνη, η Μαριάννα Τουντασάκη και η Εφη Σακελλαρίου, κεντούν κυριολεκτικά τον ιστό μιας παράστασης με εσωτερικό δυναμισμό, πάθος, ρυθμό, τόλμη, ευαισθησία, πόνο και αμφισβήτηση. Σωστές κορυφώσεις αναμεμειγμένες με το εκρηκτικό τους ταπεραμέντο προσφέρουν ένα χείμαρρο εικόνων και δραματική ένταση.

Τα όμορφα σκηνικά και κοστούμια είναι της Αναστασίας Αρσένη, οι σωστοί φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, ενώ την μουσική επιμέλεια έχει αναλάβει ο Παναγιώτης Αυγερινός.

Μια αξιόλογη προσπάθεια που προικοδοτεί συγκινησιακά το κοινό και παράλληλα το προβληματίζει με ευρηματικό και δημιουργικό τρόπο.