Στις δεκαετίες 60-70 δύο γειτονικά μαγαζιά στην πόλη της Σκιάθου ανταποκρίθηκαν με τον καλύτερο τρόπο στην ελπιδοφόρα διάθεση των κατοίκων να βγουν απ’ το τέλμα των πολέμων και της ανέχειας των προηγούμενων χρόνων. Τη διάθεση εξέφραζαν κυρίως οι γυναίκες -οι άντρες μπάρκαραν στα ξένα- που άρχισαν να ξεμυτούν από τα σπίτια και να δημιουργούν νέες καταναλωτικές συνήθειες ανταποκρινόμενες στη μόδα της εποχής. Άλλωστε, ήταν ένας τρόπος τότε για να γλυκάνουν τον καημό της ξενιτιάς… Και τα δυο μαγαζιά βρίσκονταν πάνω απ’ το παλιό λιμάνι, ανεβαίνοντας από τους Τρεις Ιεράρχες προς στην Παναγία Λιμνιά.

Το ένα ήταν του Μήτσου του Μιτζέλου, ανθρώπου προοδευτικού, σοβαρού, ευυπόληπτου με μεγάλη συμμετοχή στα κοινωνικά δρώμενα του τόπου καθώς διετέλεσε επί σειρά ετών δημοτικός σύμβουλος και Πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου. Το μαγαζί του διέθετε τα πάντα για την προίκα, κυρίως κλωστές και κεντήματα. Όλα τούτα τα σύνεργα και τα ψιλολόια της τέχνης του κεντήματος συνέβαλαν στο στόλισμα των σπιτιών κι αποτελούσαν πόλο έλξης για τα παιδιά που μέσα απ’ τα εργόχειρα των μανάδων τους έβλεπαν ένα κόσμο όμορφο και χαρούμενο. Λίγο πιο πάνω, στου Σουσώνη το σπίτι με την πανοραμική θέα στο παλιό λιμάνι, στο ισόγειο, έδρευε ο Τσάμπερλας και το μαγαζί του φάνταζε ως πανόραμα νεωτερισμών.

Προερχόμενος από το Βόλο, κουβαλούσε από την πρωτεύουσα του νομού ό,τι πιο ελκυστικό ή χρήσιμο για τη γυναίκα κυκλοφορούσε στην πόλη. Εσώρουχα, νυχτικιές, γάντια, σάλια, μαντήλια και άλλα, όλα ατάκτως ειρημένα στους πρόχειρους πάγκους του, προκαλούσαν τις πελάτισσες για εξερεύνηση ξοδεύοντας εκεί μέσα απεριόριστο χρόνο όπως και το πενιχρό τους κομπόδεμα. Δεν δίσταζε μάλιστα, να βγάζει την πραμάτια του βόλτα και στις άλλες γειτονιές δημιουργώντας κυψέλες όπου συνέρρεαν οι ντόπιες μέλισσες. Άλλες εποχές, δύσκολες μεν ελπιδοφόρες δε…