Φωτογραφία από το Λεύκωμα «Φωτομνήμες που μας ταξιδεύουν…», που εξέδωσε το Μουσείο Ναυτικής και Πολιτιστικής Παράδοσης Σκιάθου

Με σχεδόν τρέμοντα απ’ τη συγκίνηση χέρια, μου παρέδωσε η Αλεξάνδρα Μυρώδη, μοναχοπαίδι του Διαμαντή, αντίγραφα χειρόγραφων στίχων του αγαπημένου όλων όσων τον γνωρίσαμε πατέρα της, ο οποίος έφυγε από κοντά μας μόλις στα 50 του χρόνια για να επιβεβαιωθούν για μια ακόμη φορά, εκείνοι που πιστεύουν πως τους πολύ καλούς ανθρώπους ο Θεός τους καλεί γρηγορότερα κοντά του.

Ο Διαμαντής με το σπάνιο κι ευωδιαστό επίθετο, γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1931 κι έζησε με τη φαμίλια του – τη γυναίκα του Παναγιώτα και την κόρη του Αλεξάνδρα- στην ακροθαλασσιά, εκεί που σκάει το κύμα στην ανατολική πλευρά της πόλης, όπου και είχε δεμένη τη βαρκούλα του με την οποία όργωνε γουργουρίζοντας από ευτυχία, τα μαριόλικα νερά της Σκιάθου. Και τα βραδάκια γινόταν περιζήτητος απ’ όλες τις παρέες που ξόρκιζαν την κακομοιριά και γλένταγαν στις ρούγες της πολίχνης ή στα πανηγύρια της εξοχής.

Πάντα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, πάντα με τον καλό το λόγο, πάντα με δυο στιχάκια εύθυμα στο στόμα για να καλοκαρδίζει μα και να νουθετεί τους συγχωριανούς του… Θα’ χουμε λοιπόν τη χαρά, να παρουσιάζουμε κάθε τόσο απ’ αυτό το βήμα τα τραγούδια του θυμόσοφου κι αλησμόνητου συμπολίτη μας για να θυμούνται οι παλιοί και ν’ αγρικούν οι νέοι…

Ξεκινάμε μ’ ένα τραγούδι του Διαμαντή για το νησί:

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ξεσηκώθηκα και γω
Στην Αθήνα για να ρθω
Και να φύγω απ’ το νησί μου
Πώς το βάσταξε η ψυχή μου;

Πριν να φύγω από τη Σκιάθο
Βόλτα κάνω να χορτάσω
Να χορτάσω το νησί μου
Που’ ναι όλη η ζωή μου

Κοίταζα την παραλία
Μ’ έπιανε μελαγχολία
Κοίταζα τον Αι- Νικόλα
Και τα άδεια τα μπαλκόνια

Κι όλα με παρακαλούσαν
Πού πας Διόμο με ρωτούσαν;
Πού αφήνεις το χωριό σου,
Πώς θ’ αντέξεις τον καημό σου;

Και τα δάκρυα κυλάνε
Κι όλο πίσω με τραβάνε
Πώς να ζήσω εδώ πέρα
Δίχως θάλασσα κι αέρα

Πώς να ζήσω μες τα πάρκα
Δίχως θάλασσα και βάρκα
Διόμο φύγε απ’ την Αθήνα
Θα χαθείς και είναι κρίμα!