Άρθρο του Θοδωρή Κοντάρα για τις μικρασιάτικες πατρίδες της Ερυθραίας. Γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, με αφορμή την γιορτή των «Αλλοτινών Πατρίδων» και δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα «Απόψεις στη Ν. Ερυθραία».

Ερυθραία ονομάζεται η μεγάλη μικρασιατική χερσόνησος που είναι ανάμεσα στη Χίο και τη Σμύρνη. Μοιάζει με σφυρί και πήρε τ’ όνομά της, κατά τους αρχαίους μύθους, από τον Έρυθρο, που ήρθε στα μυθικά χρόνια από την Κρήτη να κατοικήσει εδώ.  Είναι λοφώδης και ορεινή (βουνά Μίμας, Κώρυκος, Δυο Αδέρφια), αλλά με πολύ εύφορες κοιλάδες, κατάλληλες γι’ αμπελοκαλλιέργεια. Το κλίμα της είναι εύκρατο, με ήπιους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια. Τα σπουδαιότερα ακρωτήρια της είναι η Μέλαινα Ακρα (Καραμπουρνού, κοντά στο Αχιρλί) και το Άργεννον (Ασπροκάβος της Κάτω Παναγιάς). Η περιοχή κατοικήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια κι εδώ βρίσκονταν τέσσερις από τις δώδεκα ιωνικές πόλεις: οι Κλαζομενές, οι Ερυθρές, η Τέως και η Λέβεδος. Ακολούθησε την τύχη όλης της Ιωνίας, άκμασε στην αρχαιότητα και στη ρωμαϊκή κατοχή, ερημώθηκε τα τελευταία βυζαντινά χρόνια κι έπεσε οριστικά στα χέρια των Τούρκων τον 15ο αιώνα μ.Χ. Τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, οι Ερυθραιώτες δοκιμάστηκαν σκληρά από τον κατακτητή και τους πειρατές Οι κάτοικοι συχνά έφευγαν προς τις Κυκλάδες και τη Χίο, όπου υπήρχε ασφάλεια, λόγω βενετικής κατοχής. Από τον 18ο αιώνα η Ερυθραία άρχισε ν’ αναπτύσσεται γοργά. Ο ντόπιος Ελληνισμός ενισχύθηκε από τους φυγάδες που ξαναγύριζαν κι από άλλους Έλληνες έποικους από τις Κυκλάδες, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τη Σάμο και τη Χίο. Η περιοχή πήρε γρήγορα και πάλι ελληνικό χαρακτήρα, μια και οι Έλληνες έφταναν τις 80.-100.000, ενώ οι Τούρκοι δεν ξεπερνούσαν τις 20.000.

Η εκκλησία της Παναγιάς στέκει ακόμα στην κεντρική πλατεία. Πηγή φωτό: parallaximag

Οι Έλληνες της Ερυθραίας έμεναν σε τρεις πολιτείες κι αμέτρητα χωριά, είχαν πολλές εκκλησίες και πενήντα σχολειά περίπου, διατηρούσαν τη διάλεκτό τους, τις παραδόσεις και τις συνήθειές τους κι ήταν ιδιαίτερα εργατικοί. Ασχολούνταν με τη γεωργία, το ψάρεμα, το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Η Ερυθραία διοικητικά ανήκε στο βιλαέτι (νομό) Σμύρνης ή Αϊδινίου κι ήταν χωρισμένη σε τέσσερις περιφέρειες (καζάδες): Βουρλών, Σιβρισαρίου, Τσεσμέ και Καράμπουρνων. Εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Κρήνης (Τσεσμέ), εκτός των περιφερειών Βουρλών και Σιβρισαρίου που ανήκαν στη Μητρόπολη Εφέσου.Οι κάτοικοι της Ερυθραίας διώχτηκαν, πλην των Βουρλιωτών, το 1914 και ξαναγύρισαν στα 1919-20. Η Ερυθραία δόθηκε στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Σεβρών, αλλ’ ακολούθησε την τραγική μοίρα της Ιωνίας και όλου του Μικρασιατικού Ελληνισμού, το 1922. Πολλοί σκοτώθηκαν ή χάθηκαν τότε, μα οι περισσότεροι Ερυθραιώτες γλύτωσαν στην Ελλάδα, χάρις στο Νικόλαο Πλαστήρα και σκορπίστηκαν στη Χίο, Σάμο, Κρήτη, Αττική, Θεσσαλονίκη, Βόλο, Κόρινθο, Ηλεία κ.α.

Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΟΝ ΤΣΕΣΜΕ

Τα Βουρλά ή ο Βρουλάς ήταν το σημαντικότερο εμπορικό, οικονομικό και εκπαιδευτικό κέντρο, η πρωτεύουσα της Ερυθραίας και μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της Ιωνίας. Χτισμένη κοντά στη θέση των Κλαζομενών, άκμασε από τα βυζαντινά κιόλας χρόνια. Ήταν έδρα καζά, απείχε 35 χλμ. απ’ τη Σμύρνη κι είχε 30.-35.000 κατοίκους (3-5.000 Τούρκοι κι Εβραίοι, όλοι οι άλλοι Έλληνες), πολλοί από τους οποίους κατάγονταν από τη Μάνη, τη Νάξο και τις Κυκλάδες. Η περιοχή παρήγε σταφίδα εξαιρετικής ποιότητας, κρασί, λάδι και φρούτα. Η οικονομική ευμάρεια των Βουρλιωτών τους έδωσε τη δυνατότητα ν’ αναπτυχθούν και πνευματικά. Περίφημη ήταν η Αναξαγόρειος Σχολή, που ιδρύθηκε το 1760 κι ανοικοδομήθηκε το 1892, με δαπάνη 16.000 χρυσών λιρών της πλούσιας κοινότητας των Βουρλών.

Περιλάμβανε δύο δημοτικά, ένα γυμνάσιο κι είχε 2.500 μαθητές. Υπήρχαν επίσης άλλα πέντε δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγείο, νοσοκομείο του Αγ. Χαραλάμπους, φιλοπρόοδοι σύλλογοι κι αδελφότητες. Όλα αυτά τα ιδρύματα συντηρούνταν από την ελληνική κοινότητα και τους φιλοπρόοδους Βουρλιώτες. Ανάμεσα στις πολλές εκκλησίες των Βουρλών, ονομαστή ήταν η Κοίμηση της Θεοτόκου, η Παναγιά η Βουρλιώτισσα, με θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Επίνειο των Βουρλών ήταν η Σκάλα, απ ’ όπου διακινούνταν τα εμπορεύματα της περιοχής και κυρίως η σταφίδα. Η πόλη κάηκε το 1922 και οι κάτοικοί της σφάχτηκαν, γιατί παρέμειναν, ελπίζοντας στην προστασία των ντόπιων Τούρκων με τους οποίους είχαν άριστες σχέσεις. Στα νότια των Βουρλών υπήρχαν τα χωριά Γιατζιλάρι (800-1.000 κάτ. μόνο Έλληνες) και Ντερμετζιλί που αποτελούνταν από δύο συνοικισμούς, το Άνω και το Κάτω Ντερμετζιλί. Οι κάτοικοί τους ήταν μόνον Έλληνες (600 περίπου), γεωργοί και ψαράδες.

Τ’ Αλάτσατα ήταν πόλη εμπορική, κοντά στον Τσεσμέ, με 10-13.000 κατοίκους, Έλληνες και περίπου 150 Τούρκους. Χτισμένη ανάμεσα σε λόφους (Καράνταης, Πρ. Ηλίας κλπ) ήταν πολύ γραφική και φαίνεται ότι χτίστηκε τον 16ο αιώνα. Σκοτεινή είναι η ετυμολογία του ονόματός της. Άλλοι λένε ότι ονομάστηκε έτσι από τα άλατα (αλάτσατα) που αφθονούν στην περιοχή κι άλλοι από τον καβαλάρη με το βουλάτο άλογο (αλατζά ατ), που εμφανιζόταν τις νύχτες, όταν οι Τούρκοι έκαναν τζαμί μια εκκλησία του Άη-Γιώργη. Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η αμπελουργία. Η άριστης ποιότητας σταφίδα εξαγόταν στην Ευρώπη και η παραγωγή έφτανε τις 600.000 οκάδες το χρόνο. Παράγονταν επίσης γλυκάνισο, τυριά, αμύγδαλα, όσπρια. Στο γυναικείο μοναστήρι του Άη-Νικόλα, ιδρυμένο το 1862, υφαίνονταν προικιά, κιλίμια και οι περίφημοι αλατζάδες, βαμβακερά υφάσματα καθημερινής χρήσης. Οι Αλατσατιανοί ήταν πολύ φιλόθρησκοι και πολλοί κληρικοί κατάγονταν από εκεί. Είχαν πάμπολλα ξωκλήσια και τρεις ωραιότατες εκκλησίες, των Εισοδίων της Παναγίας, που χτίστηκε το 1833, τρίκλιτη βασιλική με ωραίους κίονες, της Αγ. Τριάδας και του Αγ. Κων/νου. Οι δύο πρώτες είχαν μαρμάρινα επιχρυσωμένα τέμπλα εξαιρετικής τέχνης, έργα Τηνιακών μαρμαρογλυπτών. Το πρώτο μεγάλο σχολείο χτίστηκε το 1840. Υπήρχαν όμως κι άλλα μικρότερα, δημοτικά, παρθεναγωγεία και νηπιαγωγεία, φιλεκπαιδευτικοί κι άλλοι σύλλογοι, που συντηρούσε η καλά οργανωμένη κοινότητα των Αλατσάτων. Ένα τέταρτο στα νότια των Αλατσάτων υπήρχε το επίνειο Αγριλιά με 500 Έλληνες κατοίκους, εμπορικές αποθήκες, σχολείο και εκκλησία. Επίσης γύρω από την Αγριλιά υπήρχαν «αγιάσματα», πηγές με κρύο και καθαρτικό νερό. Ανάμεσα στ’ Αλάτσατα και τον Τσεσμέ βρίσκονταν τα Λίτζια, οι γνωστές από την αρχαιότητα σαν Λουτρά Χαλκιδέων ιαματικές πηγές. Ήταν θέρετρο των ξένων και των πλούσιων Σμυρναίων, με ξενοδοχεία και πλουσιότατα σπίτια.

Ο Τσεσμές ή Κρήνη ήταν το πιο αξιόλογο λιμάνι της Ερυθραίας, ακριβώς απέναντι από τη Χώρα της Χίου, εμπορικό και διοικητικό κέντρο, έδρα καζά και μητροπολίτη. Είχε 15.-17.000 κατοίκους, όλους Έλληνες, εκτός από 2-3.000 Τούρκους πού μιλούσαν μόνο ελληνικά και λέγονταν Μωραΐτες ή Μοραλήδες (Τούρκοι πρόσφυγες από την Πελοπόννησο).

Είχε πολλά αξιόλογα σχολειά, εκκλησίες (Ευαγγελίστρια, Αγ. Χαράλαμπος, Αγ. Φωτεινή, Αγ. Παντελεήμονας) και μεγάλη εμπορική κίνηση. Οι Τσεσμελήδες ήταν έμποροι, βιοτέχνες και ψαράδες. Ο Τσεσμές έγινε διεθνώς γνωστός από τη μεγάλη ρωσοτουρκική ναυμαχία που δόθηκε στο λιμάνι του, κατά τα γεγονότα του Ορλόφ το 1770. Από εδώ πέρασε ο ελληνικός στρατός στη Χίο, μετά την πτώση της Σμύρνης το ’22, και διεκπεραιώθηκαν χιλιάδες προσφύγων στην ελεύθερη Ελλάδα. Στα νότια του Τσεσμέ, πάνω στο ακρωτήρι Άργεννον, ήταν το μεγάλο χωριό Κάτω Παναγιά με 3-5.000 Έλληνες μόνο κατοίκους, ψαράδες, βιοτέχνες (έπιπλα, υφάσματα) και γεωργούς, έποικους από την Εύβοια, το Πήλιο, τη Χίο και τις Κυκλάδες. Οι Κατωπαναγούσοι, μαζί με τούς Αλατσατιανούς και τους Ρεϊσντεριανούς, φημίζονταν για τη σπουδαία μουσική και χορευτική τους παράδοση. Πρόσφυγες από το χωριό αυτό εγκαταστάθηκαν στην Κυλλήνη και στην Αθήνα. Αγ. Χαράλαμπος στον Τσεσμέ

Στα βόρεια των Αλατσάτων ήταν χτισμένο κοντά στη θάλασσα το γραφικό χωριό Ρεΐς Ντερέ με 3.000 Έλληνες κατοίκους, γεωργούς και βιοτέχνες, γνωστούς για το γλεντζέδικο χαρακτήρα τους. Επίνειο του χωριού ήταν το Κερμεάλεσι, κοντά στο οποίο βρισκόταν το μοναστήρι «τση Λεγούσας» (Παναγιά η Ελεούσα). Στη θέση των αρχαίων Ερυθρών και διατηρώντας αυτό το πανάρχαιο όνομα, υπήρχε το παραλιακό χωριό Λυθρί ή Λεθρί με περίπου 2.000 Έλληνες. Ήταν χτισμένο σε χαμηλούς λόφους κι είχε σημαντικές αρχαιότητες, όπως φρούριο, ερείπια ναών, σπιτιών κλπ. Στην αρχαιότητα εδώ λειτουργούσε μαντείο της Σίβυλλας. Οι Λυθριανοί πολύ συχνά έβρισκαν, σκάβοντας τα κτήματά τους, αρχαία μνημεία κι αντικείμενα. Υπήρχαν επίσης αρχαιότητες μέσα στη θάλασσα, αφού η αρχαία πόλη των Ερυθρών (λέγεται ότι είχε τον 3ο π.Χ. αι. 80.000 κατοίκους) είχε κατα-βυθιστεί εν μέρει. Στη νότια παραλία της Ερυθραίας, σχεδόν απέναντι από τη Σάμο, ήταν χτισμένο το χωριό Σιβρισάρι ή Σεφερί Χισάρ, όπως το ’λεγαν οι Τούρκοι. Είχε γύρω στους 7.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 2.500 ήταν Έλληνες γεωργοί και βιοτέχνες. Είχαν την Ανακρεόντειο Σχολή (χτίστηκε το 1902) και μεγάλη εκκλησία των Ταξιαρχών. Επίνειο του Σιβρισαριού ήταν το Σιγατζίκι με 1.000 Τούρκους κατοίκους, κυρίως ελληνόφωνους πρόσφυγες από την Κάρυστο.

Ανάμεσα στα δύο αυτά χωριά βρίσκονταν τα ερείπια της αρχαίας ιωνικής πόλης Τέω, πατρίδας του ποιητή Ανακρέοντος και μητρόπολης των Αβδήρων. Πάνω στο δρόμο από τα Βουρλά στα Καράμπουρνα βρίσκεται ο Γκιούλμπαξές, σχεδόν παραλιακό πανέμορφο χωριό, απ’ τα ωραιότερα της περιοχής, με 2.500 Έλληνες, γεωργούς και ψαράδες. Τα Εγγλεζονήσια ήταν συστάδα νησιών μέσα στον Ερμαϊκό κόλπο, με σπουδαιότερο το Εγγλεζονήσι ή Μακρονήσι, όπου υπήρχαν τα χωριά Αγ. Παρασκευή και Θόλοι, με 2.000 περίπου Έλληνες κατοίκους, ναυτικούς και ψαράδες. Ένα άλλο χωριό με τ’ όνομα Αγ. Παρασκευή, γνωστότερο και σαν Κιόστε, βρισκόταν στα βόρεια του Τσεσμέ. Είχε 4.500 κατοίκους που ασχολούνταν κατ’ εξοχήν με το ψάρεμα. Είχαν πολλές ωραίες εκκλησίες και καλά σχολεία. Καράμπουρνα ονομαζόταν η ορεινή περιοχή του ακρωτηρίου Καραμπουρνού, δηλαδή το βόρειο άκρο της Ερυθραίας. Εκεί υπήρχαν καμιά τριανταριά μικρά ελληνικά ή μικτά χωριά, με συνολικό πληθυσμό 20.000 περίπου κατοίκων (12.000 Έλληνες). Χτισμένα γύρω από το βουνό Μίμας (Μπόζντάγ), ζούσαν από τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το ψάρεμα. Οι Καραμπουρνιώτες είχαν οργανωμένες …