Η άσκηση της τουριστικής πολιτικής σε επίπεδο χώρας ή και περιοχής οφείλει να είναι απόλυτα ταυτισμένη με τους κανόνες της αγοράς σημειώνει σε άρθρο του ο Πρόεδρος του Ομίλου ΜΤC Group, Νότης Μαρτάκης, Να λαμβάνει, δηλαδή, υπόψη τους νόμους της προσφοράς και ζήτησης και τις σύγχρονες μεθόδους του marketing. Για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε το ένα από το άλλο-το αντίθετο θα ήταν ένα ξεκίνημα από λάθος «αφετηρία».

Όταν, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε  για «προσφορά» δεν εννοούμε τίποτα περισσότερο από αυτό που ονομάζουμε «τουριστικό προϊόν»: τι είναι αυτό που η χώρα ή η περιοχή προσφέρει στον επισκέπτη της.  Με δεδομένο ότι η προσφορά, σύμφωνα με τους πάγιους κανόνες της αγοράς, πρέπει να «συναντά» τη ζήτηση, είναι απαραίτητο, σε δεύτερη φάση, να διαπιστώσουμε αν το τουριστικό μας προϊόν, έτσι όπως είναι διαμορφωμένο, αποκτά διεισδυτικότητα στις αγορές αποστολής τουριστών ή σε ειδικές πληθυσμιακές κατηγορίες των αγορών αυτών. Αν όχι ή αν η διείσδυση είναι χαλαρή συγκριτικά με το κοινό-στόχο λόγω και του οξύτατου ανταγωνισμού, οφείλουμε να εντοπίσουμε ή και να επινοήσουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα, πράγμα που προϋποθέτει σαφή γνώση του ανταγωνισμού και, βέβαια, της ζήτησης.  Ένα επιτυχημένο τουριστικό προϊόν πρέπει να ανταποκρίνεται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο φάσμα της ζήτησης και -το κυριότερο- να έχει την ευελιξία να προσαρμόζεται σε αυτήν.

Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η επέκταση και παγκοσμιοποίηση, θα λέγαμε, του φαινομένου των ειδικών μορφών τουρισμού άρχισε σταδιακά να αντικαθιστά τον μαζικό τουρισμό, πράγμα το οποίο ανάγκασε πολλά ταξιδιωτικά γραφεία του εξωτερικού να εξειδικεύσουν, με τη σειρά τους, το αντικείμενο εργασιών τους. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την ανάγκη αναπροσαρμογής και των προγραμμάτων προβολής, αφού τα target groups άλλαξαν και οι «δίαυλοι» προσέγγισής τους πολλαπλασιάστηκαν. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από την ανάγκη ενός σωστά σχεδιασμένου προγράμματος προβολής σε επίπεδο χώρας, είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαία η ύπαρξη μεμονωμένων προγραμμάτων σε επίπεδο περιφέρειας αλλά και συγκεκριμένης περιοχής. Για την κατάρτιση όμως ενός προγράμματος διαφήμισης επιβάλλεται η συνύπαρξη πείρας και γνώσεων στα θέματα της τουριστικής αγοράς με το ανάλογο διαφημιστικό know how. Η συνύπαρξη αυτή είναι αναγκαία για
την εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής αποτελεσματικότητας της διαφημιστικής προσπάθειας, δηλαδή των δαπανών διαφήμισης, αλλά και για να έχει το πρόγραμμα διαφήμισης την αναγκαία και επιθυμητή απή-
χηση.  Η διαφήμιση ως «ομπρέλα» είναι χρήσιμη για να υπενθυμίζει σε κάθε αγορά τον προορισμό. Δεν μπορούμε να αποστούμε από αυτήν, γιατί ο ανταγωνισμός από άλλες χώρες εντείνεται συνεχώς.
Όσο χρήσιμη όμως είναι η διαφήμιση άλλο τόσο απαραίτητη είναι η ύπαρξη στοχευμένων ενεργειών για να κεφαλαιοποιηθεί η προβολή. Επειδή ο τουρισμός πρέπει να ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση στο marketing από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή προϊόν, η στόχευση πρέπει να ξεφεύγει από τα τετριμμένα. Και επειδή ακόμα και οι μαρκετίστικες μέθοδοι στον τουρισμό ακολουθούν διεθνώς μια «πεπατημένη» που τείνει να καταστεί ρουτίνα, άρα να είναι και αναποτελεσματική, είναι αναγκαία και εδώ η πρωτοπορία ή, τουλάχιστον, η διαφοροποίηση.

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Η πεπατημένη αυτή έχει να κάνει με τη συμμετοχή σε εκθέσεις. Και η εντύπωση που έχει καλλιεργηθεί είναι ότι άμα συμμετάσχει ένας φορέας ή μια περιοχή σε μία έκθεση, ο στόχος της προβολής επετεύχθη.
Για να μετρήσουμε την αποδοτικότητα μιας συμμετοχής σε έκθεση ή μιας καταχώρισης, αρκεί να σκεφθούμε πόσοι άλλοι συμμετέχουν στην έκθεση και πόσοι άλλοι διαφημίζονται στα έντυπα. Είμαστε λοιπόν κάποιοι μέσα στους πολλούς. Άρα; Άρα, δεν αρκούν αυτές οι μέθοδοι προβολής.Μερικοί βέβαια θα ισχυριστούν ότι δεν υπάρχουν περισσευούμενα κονδύλια για να γίνει κάτι περισσότερο πέρα από την απλή συμμετοχή σε μία έκθεση. Η απάντηση είναι απλή: Καλύτερα να πάρει κανείς μέρος σε λιγότερες εκθέσεις και να κάνει κάποια άλλα πράγματα που θα τον διαφοροποιήσουν απέναντι στον ανταγωνισμό, παρά να είναι περαστικός από παντού χωρίς αποτέλεσμα. Εύλογο βέβαια είναι το ερώτημα: Αν το σκεπτικό είναι τόσο απλό, γιατί δεν αναζητούνται άλλοι πρωτότυποι τρόποι προβολής; Εξίσου απλή είναι και εδώ η απάντηση: Γιατί χρειάζεται σχέδιο, χρειάζεται στρατηγική. Η Ελλάδα έχει προικισθεί με ένα σωρό αγαθά, κάθε ένα από τα οποία μπορεί να γίνει πόλος έλξης των τουριστών ή έστω μιας μερίδας τουριστών με ειδικά ενδιαφέροντα. Τι χρειάζεται; Να εντοπίσουμε τα αγαθά τουριστικής σημασίας, να τα αναδείξουμε, να τα προβάλουμε και να τα καταστήσουμε γνωστά στο τμήμα του κοινού που θα θελήσει να τα απολαύσει. Τι μπορεί να είναι τα αγαθά αυτά; Όχι βέβαια ο ήλιος ή η θάλασσα ή ακόμα και το βουνό, γιατί από αυτά διαθέτουν κι άλλοι.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Ακριβώς, γι’ αυτό μιλήσαμε πιο πάνω για στρατηγική. Πέρα από τις παραδοσιακές περιοχές του τουρισμού, οι μικρές, οι άγνωστες, ακόμα και σε εμάς περιοχές της Ελλάδας, στερούνται στρατηγικής.
Μιας στρατηγικής που θα εντοπίσει και θα αναδείξει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Που θα κάνει το «κάτι άλλο» να γίνει λόγος και κίνητρο για επίσκεψη στην περιοχή. Θέλετε τα ήθη και τα έθιμα, θέλετε οι πολιτιστικές δραστηριότητες, θέλετε οι γαστρονομικές ιδιομορφίες, υπάρχουν πάντα και παντού κάποια πράγματα που μπορούν να διαφοροποιήσουν μια περιοχή από μια άλλη. Το θέμα είναι πώς τα πράγματα αυτά, οι ιδιαιτερότητες αυτές, θα «σερβιριστούν» για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον. Με λίγα λόγια, χρειάζεται σκέψη, χρειάζεται οργάνωση, χρειάζονται εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες, στις οποίες πρέπει και εμείς οι Έλληνες να προστρέξουμε, όπως εδώ και χρόνια, κάνουν οι ξένοι. Όπως και να το κάνουμε, στην εποχή της εξειδίκευσης, η άποψη ότι «όλοι τα ξέρουν όλα», πέρα από αναποτελεσματική είναι πλέον και επικίνδυνη για το μέλλον του Τουρισμού μας.

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Με δεδομένο ότι η ποιοτική βελτίωση των προσφερόμενων στον Τουρισμό υπηρεσιών αποτελεί το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα κάθε χώρας προορισμού τουριστών, η εκπαίδευση και η κατάρτιση καλούνται να διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλο στην ίδια την τουριστική ανάπτυξη και στις προοπτικές βιωσιμότητας των επιχειρήσεων του τομέα. Ατυχώς για την Ελλάδα, η διαρροή (σε υψηλά ποσοστά) των αποφοίτων σχολών τουριστικών επαγγελμάτων σε άλλους συναφείς (εστίαση ? αναψυχή) ή μη συναφείς κλάδους, κατέστησε αναποτελεσματική κάθε προσπάθεια που καταβλήθηκε στο παρελθόν για αναβάθμιση των σπουδών. Η εποχικότητα, η αποφυγή του συστήματος υποχρεωτικής σύνθεσης του προσωπικού, η έλλειψη συστημάτων επαγγελματικής πιστοποίησης και η καθιέρωση του τουρισμού ως τομέα συμπληρωματικής ? επικουρικής (και όχι κύριας) απασχόλησης, αποτελούν μερικές από τις αιτίες του προβλήματος με φυσικό αντίκτυπο στην ίδια την ποιοτική βελτίωση των υπηρεσιών.
Η προσπάθεια που καταβάλλεται τα τελευταία χρόνια για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου με την ανάπτυξη νέων και εναλλακτικών μορφών τουρισμού, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση για την ελαχιστοποίηση του προβλήματος της εποχικότητας. Ενός προβλήματος που «ευθύνεται» κυρίως για την έλλειψη επαγγελματικής στελέχωσης των επιχειρήσεων του τουρισμού, τουλάχιστον στο επίπεδο που απαιτεί η διεθνής πρακτική και που επιβάλλει ο ισχυρός ανταγωνισμός. Η προσπάθεια όμως αυτή αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να υποβαθμισθεί, εάν, ταυτόχρονα, δεν επιχειρηθεί η αναβάθμιση του ίδιου του εκπαιδετικού συστήματος της χώρας τόσο σε επίπεδο ακαδημαϊκής αναγνώρισης όσο και σε επίπεδο προγράμματος σπουδών.

Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η Ελλάδα διαθέτει ένα αξιόλογο τουριστικό προϊόν που προσφέρεται ως «πρώτη ύλη» για αξιοποίηση. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι ο τουρισμός αποτελεί τη μόνη εξαγωγική (αφού εισάγει πόρους) δραστηριότητα που φέρνει τον καταναλωτή στον τόπο παραγωγής (προσφοράς) του προϊόντος (υπηρεσίας) καθιστώντας, με τον τρόπο αυτό, εξαγωγικές και άλλες δραστηριότητες που από τη φύση τους δεν είναι εξαγώγιμες (κέντρα εστίασης και αναψυχής, εμπορικά καταστήματα κ.λπ.). Και για να μην περιοριστούμε στο οικονομικό μόνο όφελος από την ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι μέσα από τον τουρισμό αναπτύσσονται η γνωριμία και η αρμονική συνύπαρξη λαών και πολιτισμών, πάνω στην οποία εδραιώνεται η παγκόσμια ειρήνη, αφού είναι παλιά αλλά πάντα επίκαιρη η ρήση ότι «λαοί που γνωρίζονται, δύσκολα πολεμάνε».

Νότης Μαρτάκης

Βιογραφικό: Σπούδασε Οικονομικά (Bachelor of Arts), Βιομηχανικές Σχέσεις (Diploma) και Κοινωνική Φιλοσοφία (Diploma) στο Sussex College of Technology του Λονδίνου, Μάνατζμεντ
(Associated) στο Maryland University (ΗΠΑ) και Δημόσιες Σχέσεις στην Αθήνα. Υπηρέτησε σ ον ΕΟΤ ως υπεύθυνος Γραφείου Τύπου από το 1975 έως το 1985 και από
το 1987 έως το 1989 οπότε κατέλαβε τη πρωτοδημιουργηθείσα θέση του Εκπροσώπου Τύπου του Οργανισμού. Στη θέση αυτή παρέμεινε ως τον Οκτώβριο του 1990 οπότε
ορίσθηκε Διευθυντής του Γραφείου Τύπου του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή.