Τον ήρωα Κωσταντή του Ματαρώνα, «κρεμασθεὶς ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐν Κωνσταντινουπόλει περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ΙΘ´ αἰῶνος, ὀλίγα ἔτη πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀγῶνος», μας συστήνει ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα ‘’η χήρα του νεομάρτυρος’’. Υπήρξε ναυτικός και «περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ἀνοίξεως, ἐμβαρκαρίσθη ὡς συνήθως, μὲ τὸ καράβι τοῦ πατρός του, τοῦ ὁποίου ἦτο κυβερνήτης, κ᾿ ἐπῆγεν εἰς τὴν Πόλιν, ὅπου ἐμπορεύετο οἴνους καὶ ἔλαια». «Τὰς ἡμέρας ἐκείνας, παρὰ τὴν ἀποβάθραν τῆς Σταμπούλ, ὅπου ἦσαν ἀραγμένα πολλὰ ἑλληνικὰ πλοῖα καὶ καΐκια,… εἶχε συμβῆ, διὰ λόγους συμφέροντος, φιλονικία τις μεταξὺ Χριστιανῶν πωλητῶν καὶ Ὀθωμανῶν ἀγοραστῶν, καὶ εἷς Ἕλλην ναύτης εἶχε φονεύσει ἕνα Τοῦρκον κτυπήσας αὐτὸν μὲ κώπην»..

Τότε οι Τούρκοι συνέλαβαν και τον Κωνσταντή μεταξύ των υπόπτων για το φόνο. Τον «ανέκριναν διὰ τῆς βασάνου» μα αυτός συνέχιζε να ισχυρίζεται την αθωότητα του. «― Τότε, ἀφοῦ λέγει τὴν ἀλήθεια, πὼς εἶναι ἀθῷος, εἶπε πάλιν ὁ γηραλέος Τοῦρκος, ὅστις παρίστατο εἰς τὰς ἀνακρίσεις, ἂς γίνῃ Μουσουλμάνος, νὰ τὸν πιστεύσωμεν! ― Γίνεσαι Μουσουλμάνος; ―Ὄχι!» Και καθώς επέμενε σ’ αυτό το ‘’όχι’’ μέχρι τέλους ο Κωνταντής, όντως τον κρέμασαν. «Μετὰ τρία ἔτη, οἱ ναυτικοί, οἱ παλαιοὶ γείτονες τοῦ πλοίου τοῦ Ματαρώνα παρὰ τὴν ἀποβάθραν τῆς Σταμποὺλ ―ἐξ ὧν πολλοὶ κατήγοντο ἐκ Ρόδου―, οἵτινες ἐγνώριζον τὴν ἀθῳότητα τοῦ νεαροῦ πλοιάρχου Κωσταντῆ, καὶ εἶχον μάθει ἐν καιρῷ ποῦ ἀκριβῶς εἶχε ταφῆ τὸ λείψανόν του, ἐπῆγαν κρυφίως εἰς τὸ νεκροταφεῖον τῶν καταδίκων καὶ ἀνέσκαψαν τὸν τάφον.

Τὰ κόκκαλα τοῦ Κωσταντῆ, κατακίτρινα, ἐμοσχοβολοῦσαν ὡσὰν ἀπὸ ρόδα καὶ βασιλικόν. Οἱ Ροδῖται τὰ ἐπῆραν εἰς τὸ πλοῖον, καὶ τὰ μετέφεραν εἰς τὴν πατρίδα των, ὅπου τὰ ἀπέθηκαν εἰς ἱερὸν βῆμα παρεκκλησίου, ὑπὸ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν.»