Επί τη μνήμη της εκδημίας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στις 3 Ιανουαρίου 1911, πραγματοποιήθηκε και φέτος στον Μητροπολιτικό Ναό Τριών Ιεραρχών Σκιάθου η ετήσια επιμνημόσυνη Δέηση κι εν συνεχεία η εκδήλωση τιμής και μνήμης στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Ιερών Ναών Σκιάθου από τον Δήμο Σκιάθου και το Σπίτι-Μουσείο Παπαδιαμάντη. Το να καταφέρνει ένας πεζογράφος, εκατόν επτά χρόνια από την κοίμησή του, να κρατά σταθερά ζωηρό και αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών του με την ιδιαίτερη λογοτεχνική του πένα, μετά από τόσα χρόνια κοινωνικοπολιτικών ανατροπών και ζυμώσεων, χρήζει ιδιαιτέρας ανάλυσης και συζήτησης. Πλήθος μελετών έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς, χωρίς ωστόσο καμία να καταφέρει να εξαντλήσει το θέμα της ιδιαίτερης συγγραφικής του ιδιοσυγκρασίας. Ίσως, όσοι διακονούν τη συγγραφή κατά τέτοιο τρόπο, επιτυγχάνοντας να ψιθυρίζουν στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, αγγίζοντας παράλληλα ανθρώπινα θέματα τόσο διακριτικά και διαχρονικά, είναι λίγοι. Συγγραφείς αξεπέραστοι στον χρόνο είναι αυτοί που ξεθάβουν σαν κοχύλια από την άμμο τα συναισθήματα, τα αναμοχλεύουν και κεντώντας τα με τον γλωσσικό τους κώδικα, τα προσφέρουν απλόχερα στο αναγνωστικό τους κοινό. Όπως και αυτοί που έχουν θρυμματίσει τη μόνωση του κελιού της πνευματικής τους ιδιοσυγκρασίας διακονώντας το ύψιστο. Ακράδαντα θεωρείται ότι σε αυτή την κατηγορία και σε αυτό το πάνθεον των τόσο «δουλεμένων» και παράλληλα τόσο «αδούλευτων» λογοτεχνικών μορφών ανήκει και ο Σκιαθίτης συγγραφέας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Η αφυπνιστική γραφή του, συντρίβοντας τον χρόνο και τη φθορά, βρίσκει φανατικούς οπαδούς, καθηλώνοντάς τους ολοένα και πιο βαθιά στα άδυτα της ανθρώπινης περιπλοκότητας και περισυλλογής. Η σεμνή και διακριτική μορφή του Παπαδιαμάντη, αγέρωχη στο σφυροκόπημα του χρόνου, δεν φαίνεται να μένει ασχολίαστη στο πέρασμα των προσωπικών και συλλογικών μας αναζητήσεων, καθώς ο οίστρος του λογοτέχνη περιδινείται αενάως γύρω από τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, ξεχερσώνοντας νέα μέρη προσωπικής μαρτυρίας και συλλογικής αυτογνωσίας. Ουσιώδη ζητήματα αναδύονται και εξυφαίνονται μαεστρικά μέσα από την ιστορία του νησιώτικου και του αστικού τοπίου, αγγίζοντας το βίωμα και τη σκέψη του απλού ανθρώπου χωρίς κανένα περιττό φτιασίδωμα και καμιά παραπλανητική επινόηση. Σε αυτούς τους τόπους επωάζεται και ξεδιπλώνεται ο κόσμος των απλών και ταπεινών, το ουσιαστικό «είναι» του κάθε ανθρώπου, ο μακρινός ορίζοντας της αναζήτησης στις ουσιαστικές μας ανάγκες, μεταρσιώνοντας τις υπάρξεις σε απόλυτα γήινα όντα με ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Φαίνεται σαν να εξορύσσει διαρκώς νέα κοιτάσματα ανθρώπινου ακατέργαστου υλικού που αναζητά εναγωνίως νοηματοδότηση στο Γιατί της ύπαρξης, το οποίο πάλλεται να αποδείξει το ανούσιο του πεπερασμένου. Ο Παπαδιαμάντης αφουγκράζεται με τον ιδιαίτερο τρόπο του τις μυστικές φωνές του παρελθόντος, τους αναστεναγμούς των βασάνων των ηρώων του, τους ψιθύρους των μονολόγων και της σιωπής τους.

Τέτοιοι βαθυστόχαστοι ψίθυροι, χωρίς ιδιάζον ιδεολογικό περίβλημα, αγκιστρωμένοι με φυσικό τρόπο στις διηγήσεις και στις περιγραφές των διηγημάτων του καταφέρνουν να διεισδύσουν νοσταλγικά στην ανθρώπινη συνείδηση προσφέροντας τροφή στις πνευματικές μας ανησυχίες. Μέσα σε ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό προσώπων και γεγονότων που διατρέχουν τον χρόνο, αναδεικνύει με τον μοναδικό του τρόπο το σημαντικό και το αληθινό, το διαχρονικό και το εφήμερο. Είναι γεγονός ότι ο Παπαδιαμάντης δεν πορεύεται ερήμην της κοινωνίας που ζει, στέκεται, όμως, αμέτοχος κριτικής για τα πάθη των συμπασχόντων πλασμάτων. Δεν κατακρίνει και δεν υποβαθμίζει κανέναν. Τα διηγήματά του λειτουργούν ως πηγή και μαρτυρία για την κυνική πραγματικότητα, της οποίας και ο ίδιος είναι αφανής συλλειτουργός και συμμέτοχος των καταστάσεων, έστω και αν έχει κατηγορηθεί κατά καιρούς για ελλειπτικότητα στην πλοκή και την αφήγηση των διηγημάτων του. Η κοινωνική αγωνία του συγγραφέα διαφαίνεται και παράλληλα διαχέεται έντονα, σε σημείο που αγγίζει τα όρια δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος και μελέτης της ανθρώπινης υπόστασης. Λες και οι άνθρωποι ζουν υπό συνθήκες συναισθηματικής μετάλλαξης και μακράς ψυχικής αλλοίωσης. Ο συγγραφέας συνομιλεί έτσι σιωπηλά με τον αναγνώστη, προωθώντας τους κοινωνικούς στοχασμούς του. Ο ίδιος απλοϊκά και στωικά, όπως συνήθιζε, με έναν διάχυτο και παράλληλα ανεπιτήδευτο ανθρωπισμό, απλώς ανασταίνει κι αποτυπώνει σε λογοτεχνική απόδοση με την πένα του-έναντι γλισχράς αμοιβής-, όλα όσα γύρω του βίωνε και εισέπραττε ως κοινωνικά ερεθίσματα, καθιστώντας και εμάς τους ίδιους συμμέτοχους και συνοδοιπόρους της δικής του βιωτής. Αιωνία του η μνήμη.

*Η Σοφία Κανταράκη είναι φιλόλογος, υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων ΔΔΕ Μαγνησίας