Λίγοι στίχοι ως λευκά κρίνα…

Δύο προς τρεις Ιανουαρίου 1911.
«η νυξ εκείνη είχε πέσει εις τον λαχνόν, ήτο πεπρωμένη νυξ».
«Δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα σταλαγμοί».
Έφυγε αθόρυβα όπως έζησε
«ξένος του κόσμου και της σαρκός»
ψάλλοντας το Ιδιόμελον των Θεοφανείων
«την χείρα σου την αψαμένην…»
«Νάϊ, νάϊ, γλυκύ».
«Άι ντον’τ κέαρ, εμορμύρισεν»
όπως ο «Αμερικάνος» κι η θάλασσα…
«το αυτό χώμα θα σκεπάση τους σοφούς και τους αμαθείς.
η αυτή φωτιά θα καύση τους πλούσιους και τους φτωχούς,
τους ισχυρούς και τους αδυνάτους»
«Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ».
O κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει
«Nous excitons la curiosité du public»
Μη προκαλούμε το δημόσιο αίσθημα
Πέθανε αθόρυβα όπως έζησε
πού αλλού; Στο νησί του
σαν το «φτωχό άγιο»
«κι ύστερα πώς να μη μοσχοβολά το χώμα».


Γιώργος Σανιδάς