Τι σημαίνει η ρήξη της Ελλάδας με τη Ρωσία, μετά τα αντίποινα της Μόσχας

Η ανακοίνωση των ρωσικών διπλωματικών αντιμέτρων απέναντι στην Ελλάδα, σε απάντηση των απελάσεων Ρώσων διπλωματών από την Ελλάδα, ήταν στην πραγματικότητα προαναγγελθείσα.

Στις 20 Ιουλίου ο Έλληνας πρέσβης στη Μόσχα Αντρέας Φρυγανάς είχε κληθεί στο Ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών. Είχαν προηγηθεί οι ιδιαίτερα επικριτικές δηλώσεις της εκπροσώπου του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μ. Ζαχάροβα.

Παρότι το ΑΠΕ είχε μεταδώσει ότι η συνάντηση είχε γίνει σε «φιλικό κλίμα», η ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών έδειχνε ότι τα πράγματα ήταν διαφορετικά. «Στις 20 Ιουλίου κλήθηκε στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών ο Έλληνας πρέσβης Ανδρέας Φρυγανάς στον οποίο εκφράσθηκε η έντονη διαμαρτυρία για τις συνεχιζόμενες αντιρωσικές δηλώσεις από την ελληνική πλευρά όσον αφορά την κατάσταση με τις απελάσεις δύο Ρώσων διπλωματών και την απαγόρευση εισόδου στην χώρα σε άλλους δύο πολίτες της Ρωσικής Ομοσπονδίας».

Μετά από αυτή την ανακοίνωση ήταν απλώς θέμα χρόνου η ανακοίνωση των ρωσικών αντιμέτρων, που όλα δείχνουν ότι είναι «συμμετρικά». Σύμφωνα με το hellasjournal.com oι Ρώσοι διώχνουν τον εμπορικό ακόλουθο της Ελλάδας και τον υπεύθυνο επικοινωνιών, ενώ απαγόρευσαν την είσοδο στη Ρωσία του διευθυντή του πολιτικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, Γιώργου Σακελλαρίου.

Αλλαγή πλεύσης

Με αυτό τον τρόπο συνεχίζεται η πιο μεγάλη ένταση στις διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας και Ρωσίας εδώ και πολλά χρόνια. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι βλέπουμε μια τομή σε σχέση με μια πάγια προσπάθεια αλλεπάλληλων κυβερνήσεων σε όλη τη Μεταπολίτευση να διατηρούν καλές σχέσεις με την ΕΣΣΔ πρώτα και τη Ρωσία αργότερα.

Σίγουρα, επίσης είναι μια τομή με τη ρητορική του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ που διακηρυκτικά ήταν πάντα υπέρ της αναβάθμισης των ελληνορωσικών σχέσεων και μάλιστα στους κρίσιμους πρώτους μήνες του 2015 είχε χρησιμοποιήσει κατ’ επανάληψη τις καλές σχέσεις με τη Ρωσία ως δυνατότητα η χώρα να βρει εναλλακτικές συμμαχίες απέναντι στους εκβιασμούς των δανειστών.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα έκανε μια από τις εντυπωσιακές φιλοδυτικές και μάλιστα φιλοαμερικανικές στροφές. Οι γενικές διακηρύξεις περί της ελληνορωσικής φιλίας δεν συνδυάστηκαν με την προώθηση κοινών επενδυτικών σχεδίων ιδίως στο χώρο της ενέργειας. Η Ελλάδα όρισε τις συμμαχίες της κατεξοχήν προς τις ΗΠΑ και προς έναν άξονα με Ισραήλ και την Αίγυπτο. Οι κυρώσεις στη Ρωσία εφαρμόστηκαν κανονικά και από Ελλάδα, παρότι είχαν σημαντικό κόστος στις ελληνορωσικές οικονομικές σχέσεις.

Το ονοματολογικό

Πάνω από όλα η μεγαλύτερη τομή ήταν η πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης να προχωρήσει σε λύση για το όνομα της πΓΔΜ και μάλιστα με ορίζοντα την εκκίνηση της ενταξιακής διαδικασίας της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ.

Για τη Ρωσία, που δεν ήθελε να υπάρξει αλλαγή των συσχετισμών προς όφελος των ΗΠΑ στα Δυτικά Βαλκάνια, αυτό συνιστούσε μια σημαντική αλλαγή των δεδομένων, καθώς θα προτιμούσε να μην υπάρξει διεύρυνση της παρουσία του ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Σε ποιο βαθμό η ελληνική διπλωματία προσπάθησε να καθησυχάσει τους ρωσικούς φόβους ή να προσφέρει εγγυήσεις για μια συνολικότερη ελληνική θετική στάση, δεν είμαστε να γνωρίζουμε.

Αυτό που γνωρίζουμε είναι η ανεπίσημη ελληνική ενημέρωση ότι ρώσοι διπλωμάτες κινήθηκαν με τρόπο ανεπίτρεπτο προσπαθώντας να επηρεάσουν πολιτικούς και εκκλησιαστικούς παράγοντες και σε σχέση με το ζήτημα των διαμαρτυριών για το «ονοματολογικό». Αυτό συνδυάστηκε, σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, με ρωσικές απειλές κατά της συμφωνίας με την πΓΔΜ, απειλές που στη συνέχεια διαψεύστηκαν από τη ρωσική διπλωματία.

Από τη μεριά της η Ρωσία φρόντισε να υπογραμμίσει σε όλους τους τόνους ότι ούτε απείλησε, ούτε προσπάθησε να επηρεάσει και ότι η Ελλάδα καθ’ υπόδειξη των ΗΠΑ απλώς συντονίζεται με τον αντιρωσικό τόνο των υπόλοιπων δυτικών κυβερνήσεων.

Ταυτόχρονα, από διάφορες πλευρές υπογραμμίστηκε ότι αυτό που αποτέλεσε τομή δεν ήταν τόσο ότι η Ελλάδα έλαβε μέτρα, αλλά η επιλογή να δημοσιοποιηθούν και να συνοδευτούν από έναν συνολικό τόνο αντιπαλότητας προς τη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων και των υψηλών τόνων που επέλεξε και ο ίδιος ο Έλληνας ΥΠΕΞ Νίκος Κοτζιάς.

Ενδεικτική και η αναφορά του ίδιου του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην ανάγκη ««αξιόπιστης και αποφασιστικής πολιτικής αποτροπής και άμυνας» έναντι στη Ρωσία.

Αποτέλεσμα αυτής της έντασης και η διαφαινόμενη αναβολή της προγραμματισμένης επίσκεψης του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ που κανονικά επρόκειτο να προετοιμάσει επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στην Μόσχα.

Το σίγουρο είναι ότι η ρωσική απάντηση, παρότι στη λογική των «συμμετρικών» αντιμέτρων, σημαίνει ότι η κρίση στις ελληνορωσικές σχέσεις συνεχίζεται.

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τη χώρα μας, με ανοιχτό το μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και με νέες εντάσεις στα Βαλκάνια (π.χ. Κόσοβο) και με δεδομένο τον ούτως ή άλλως αντίκτυπο που έχει η προοπτική ένταξης της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, ήταν αναγκαία μια ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων.

Σε αυτό κάποια στιγμή ο Νίκος Κοτζιάς θα πρέπει να δώσει μια απάντηση πολύ πιο ολοκληρωμένη από την αναφορά ότι η Ελλάδα έχει «ανεξάρτητη, πολυδιάστατη και δημοκρατική εξωτερική πολιτική». Αν μη τι άλλο για να εξηγήσει την πραγματική αποτελεσματικότητά της.

Ο Κουφοντίνας

Στο κάδρο των διπλωματικών εξελίξεων, πάντως θα πρέπει να μπει και η απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης να μεταφέρει τον «πιστολέρο» της «17Ν», καταδικασμένο σε 11 φορές ισόβια Δημήτρη Κουφοντίνα στις ανοικτές αγροτικές φυλακές της Λάρισας. Το γεγονός αυτό δε συνδυάζεται άμεσα με τη Ρωσία, αλλά με τις ΗΠΑ οι οποίες αντέδρασαν έντονα στην υπόθεση Κουφοντίνα.

Την ώρα, δηλαδή που η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει κάνει στροφή προς τη Δύση, έρχεται η περίπτωση της μεταγωγής Κουφοντίνα να προκαλέσει αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον και να δώσει πάτημα και στην Τουρκία να μιλήσει για την ελληνική δικαιοσύνη.

 

 

 

Loading...
error: Content is protected !!