Ρεμπέτικο. Στην αναζήτηση της ετυμολογίας της λέξης υπάρχουν δεκάδες αναλύσεις, μεταξύ αυτών άλλες τη συνδέουν με το αρχαίο ρήμα «ρέμβομαι» (=περιπλανώμαι) και άλλες με την τουρκική λέξη «rebet» (=εκτός νόμου). Ως πιο κοινή απαντάται η εξής: «Ο σχετικός με το είδος του ελληνικού αστικού λαϊκού τραγουδιού, που έχει ως κύριο όργανο το μπουζούκι και απηχεί επιρροές από τη βυζαντινή, τη δυτική και την ανατολίτικη μουσική».Σε κάθε περίπτωση, αρκετοί είναι εκείνοι που προσπάθησαν να οριοθετήσουν το κοινωνικό πλαίσιο που δημιούργησε το ρεμπέτικο, χρησιμοποιώντας την ετυμολογία.

Τι είναι ωστόσο το ρεμπέτικο τραγούδι, ποιους επηρέασε, ποιοι το τραγούδησαν και ποια η σχέση του με την Σκόπελο; Είναι η Σκόπελος το τελευταίο ρεμπέτικο νησί, με τον Γιώργο Ξηντάρη να είναι ο πιο συνεπής συνεχιστής του ρεμπέτικου τραγουδιού σήμερα;

Ο Γιώργος Ξηντάρης και η «Ανατολή» στη Σκόπελο

Στο Κάστρο της Σκοπέλου στέκει, από το 1982, η «Ανατολή». Όποιος δεν γνωρίζει αυτό το μέρος, θα πρέπει να το ανακαλύψει. Να έχει τη θέληση να ανεβεί στο ψηλότερο σημείο του νησιού και να δει το πέλαγος να αγκαλιάζει τη Σκόπελο. Και το βράδυ να ανεβεί ξανά για να ακούσει Ξηντάρη και να φάει τα μεζεδάκια του.

Κάπως έτσι τον συναντήσαμε κι εμείς. Τυχαία τον βρήκαμε. Ακούσαμε πως στη Σκόπελο παίζει κάθε βράδυ ο Ξηντάρης και σκαρφαλώσαμε πράγματι στο Κάστρο. Ένα όνειρο ακολούθησε. Καθίσαμε στις ψάθινες καρέκλες, έφτασε το κατρούτσο με το κρασί και ο Γιώργος Ξηντάρης έπιασε το μπουζούκι. Τον ακούσαμε για ώρες, παρέα με τους γιους του να βγάζουν μελωδίες λυπητερές, από τις χορδές που κρατούσαν στα χέρια.

Τον χώρο τον έφτιαξε μόνος του. Ανέβαζε τα υλικά με το μουλάρι, όπως λέει ο ίδιος. Μας μιλά και θυμάται ιστορίες από το παρελθόν. Όπως τότε που έπαιζε στην Πάτρα με έναν από τους πιο σπουδαίους Έλληνες ρεμπέτες ερμηνευτές, οργανοπαίκτες και συνθέτες, τον Μπαγιαντέρα (Δημήτρης Γκόγκος). Ο Μπαγιαντέρας ήταν τυφλός τότε και ζητούσε από τον Ξηντάρη να του βάλει «λίγη φέτα στο στόμα».

Ο Γιώργος Ξηντάρης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σκόπελο ή αλλιώς στην Πεπάρηθο, όνομα που της δόθηκε χάρη στο όνομα του αδερφού του πρώτου οικιστή της, Σταφύλου, τον Πεπάρηθο. Ο Στάφυλος, πρώτος μυθικός οικιστής της Σκοπέλου (Πεπαρήθου), ήταν γιος του θεού της γονιμότητας, της ευφορίας, της άμπελου και του κρασιού, Διόνυσου και της Αριάδνης, κόρης του βασιλιά της Κρήτης, Μίνωα.Στο Ξηνταρέικο μαγαζί, όπως λέει ο Γιώργος Ξηντάρης, κάθε πρωί ο ίδιος φροντίζει να μαγειρέψει. Κόβει τις πατάτες, τα κρεμμυδάκια, τα κολοκυθάκια, βάζει στο φούρνο το κρέας. Όλα είναι σχεδόν έτοιμα, ώστε μόλις ο ήλιος πέσει, τα τραπέζια να αρχίσουν να γεμίζουν. Και έπειτα, όταν οι υπόλοιποι φροντίζουν ώστε όλοι να σερβιριστούν και το κρασί να ρέει άφθονο στα ποτήρια, τότε ο Γιώργος Ξηντάρης, κάθε μα κάθε βράδυ πιάνει το μπουζούκι του και με τους δύο γιους του κρατούν στους θαμώνες την ωραιότερη, τη μελωδικότερη, την πιο ρεμπέτικη συντροφιά.

Οι περίοδοι του ρεμπέτικου και οι εκφραστές του

Σύμφωνα με όσα είναι μέχρι σήμερα γνωστά, ο όρος «ρεμπέτικο» πρωτοεμφανίζεται το 1906, στην ετικέτα του δίσκου «Τικ τακ». Παρόλο που τα πρώτα ρεμπέτικα αναφέρονται κυρίως σε παραβατικές πράξεις και σε ερωτικές σχέσεις, οι στίχοι αυτού του τραγουδιού δεν παρουσιάζουν καμία αναφορά στον «υπόκοσμο».

Οι περίοδοι του ρεμπέτικου θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι τρεις, σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο, έναν από τους μεγαλύτερους μελετητές του ρεμπέτικου. Από το 1922 μέχρι το 1932, είναι η εποχή που κυριαρχούν τα στοιχεία από τη μουσική της Σμύρνης, με τον Μάρκο Βαμβακάρη να είναι ο κύριος εκφραστής αυτής της περιόδου. Το 1932 κυκλοφορούν οι πρώτες ηχογραφήσεις τραγουδιών του, ενώ χαρακτηρίζονται από το πειραιώτικο στυλ του. Την επόμενη χρονιά, το 1933, καταγράφονται οι πρώτες ηχογραφήσεις με μπουζούκι στην Ελλάδα από τον Γιώργο Μπάτη σε δίσκο που δεν κυκλοφόρησε αμέσως και τον Μάρκο Βαμβακάρη με το «Να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου». Το 1934 δημιουργείται η πρώτη επίσημη ρεμπέτικη κομπανία με την ονομασία «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστο Δελιά.

Μουσικά όργανα
Τα βασικά όργανα του ρεμπέτικου τραγουδιού της κλασικής περιόδου είναι το μπουζούκι και η κιθάρα. Το μπουζούκι είναι το σολιστικό όργανο και παίζει τη μελωδία, ενώ η κιθάρα αναλαμβάνει το ρυθμικό μέρος -με παίξιμο «μπασοκίθαρο» όπως λέγεται ο χαρακτηριστικός τρόπος παιξίματος της λαϊκής κιθάρας. Συχνά υπάρχουν δύο μπουζούκια που παίζουν διφωνίες (πρίμο-σεγόντο) ή και ψηλά-χαμηλά. Καμιά φορά συμμετέχει και ο μπαγλαμάς σαν σολιστικό συμπλήρωμα του μπουζουκιού, αν και τις περισσότερες φορές παίζει ρυθμό. Ενίοτε χρησιμοποιούνται επίσης το ακορντεόν, το βιολί, το πιάνο, το κοντραμπάσο, και ως κρουστά τα κουτάλια, τα ζίλια.
Το ρεμπέτικο σήμερα

Δεν είναι εύκολη υπόθεση το ρεμπέτικο. «Είναι κλασικό τραγούδι, αλλά τη φιλοσοφία του πρέπει να τη νιώσεις», όπως θα πει ο ίδιος ο Γιώργος Ξηντάρης για να προσθέσει: «”Έξω βροχή κατακλυσμός, κάθε ψιχάλα στεναγμός, πάψε καημέ πάψε βροχή, μάνα δεν έχω αντοχή” έλεγε ο Απόστολος Χατζηχρήστος. Είναι ποίηση το ρεμπέτικο, είναι πραγματικά γεγονότα. Δεν είναι εύκολο». Οι δύο γιοι του Γιώργου Ξηντάρη είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως το ρεμπέτικο δεν πεθαίνει. Δίπλα στον πατέρα τους κάθε μέρα, αγαπούν όλο και περισσότερο το ρεμπέτικο και το λαϊκό, μπαίνουν δειλά δειλά στη δισκογραφία και είναι, χωρίς αμφιβολία, το αύριο στο ρεμπέτικο. Ένα αύριο γεμάτο όνειρα.