Παραφράζοντας τον Μωρίς Μπλανσό, που γράφει πως «τα άτομα που δεν κοιμούνται καλά είναι ένοχα γιατί αναγκάζουν τη νύχτα να είναι παρούσα», σκέφτομαι ότι η Αλόννησος είναι ένα νησί που καταφέρνει και επιβάλλεται στο σκοτάδι.

Φτάνοντας στο λιμάνι της όταν ο ήλιος πια έχει πέσει, ανηφορίζω στην Παλιά Χώρα της και χωρίς να μπορώ να κοιτάζω στον ορίζοντα τη θάλασσά της, ερωτεύομαι τα θαλασσινά σοκάκια της, με το λιγοστό φως από τα γύρω μαγαζιά να ορίζει τις σκιές τους.

Ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, το νησί έχει πανηγύρι. Οι ντόπιοι, όπως κάθε χρονιά, κάνουν αναπαράσταση του παραδοσιακού γάμου και προσφέρουν στους επισκέπτες κοκκινιστή γίδα με μακαρόνια. Από το βάθος ακούγονται μουσικές νησιώτικες. Η αίσθηση του χρόνου μπλέκεται στον αέρα, δεν ξέρεις αν ζεις το τότε ή το τώρα. Ξέρεις τουλάχιστον ότι ζεις.

Στο πλακόστρωτο της Παλιάς Χώρας βρίσκεις παντού μαγαζιά με ξεχωριστή αισθητική, είτε πουλάνε αναμνηστικά και σουβενίρ, είτε βάζουν τηγάνι για τα φρέσκα θαλασσινά του νησιού, είτε ανακατεύουν στο ποτήρι τα υλικά ενός δυνατού κοκτέιλ.

Στο μαγαζί παίζει το Easy Living της Billie Holiday, αλλά οι μουσικές που τριγυρίζουν ελεύθερες από τις αυλές των υπόλοιπων μπαρ δεν έχουν μεγάλη διαφορά.

Στον αέρα μυρίζει γιασεμί, στο φόντο χρώμα δίνουν οι μπουκαμβίλιες και τα ποτήρια με το βινσάντο και το προσέκο πηγαίνουν κι έρχονται. Είναι αρκετοί οι Ιταλοί σε κοντινή ακτίνα. Salute και γουλιά καλοκαιριού.

Δίπλα, σε ένα σύμπαν από ράφια με βιβλία, στο βιβλιοπωλείο – καφέ του νησιού, ανάμεσα στις επιλογές του καταλόγου δεσπόζουν τα κοκτέιλ του Καμύ, του Καβάφη και του Κάφκα. Είναι δυνατά και με έντονο άρωμα, με γεμάτη γεύση που αντιστοιχεί στο λογοτεχνικό αποτύπωμα των «νονών» τους.

Θα έβαζα ένα χρόνο στον πάγο για τρεις μέρες στην Αλόννησο. Για τις παραλίες της που δεν εξαντλούνται ποτέ, ειδικά αν ανεβαίνεις στο μηχανάκι και τις κατεβαίνεις με δυο ρόδες, ίσα για να φτάσεις να δροσίσεις σώμα και πνεύμα.

Για τη Χρυσή Μηλιά που είναι ρηχή και για πολλές ώρες με φυσική σκιά. Για το Κοκκινόκαστρο, πιο άγριο και ατίθασο σαν σκηνικό, με ένα μικρό beach bar – καντίνα βγαλμένο λες από την Άγρια Δύση. Για τον Τζώρτζη Γιαλό και τον Λεφτό Γιαλό, που είναι τα νερά που σου προτείνουν οι ντόπιοι. Για τον Άγιο Δημήτριο που τον απολαμβάνεις πίνοντας μια δροσερή λεμονάδα στο μαγαζί που είναι πολλά μέτρα από πάνω του και σου προσφέρει τη θέα του. Για το Βότση, το μικρό λιμανάκι που είναι κοντά στο κεντρικό λιμάνι και μοιάζει κοσμοπολίτικο – χωρίς απαραίτητα να είναι, ψευδαίσθηση, αυτό είναι το μεγάλο ατού. Για τον Μικρό Μουρτιά και τον Μεγάλο Μουρτιά, για τις πέτρες τους που παίρνεις λάφυρο αφήνοντας την ανάμνησή τους πίσω σου. Για τα Γυάλια, με τον ανεμόμυλο που μοιάζει με σπίτι κάθε ονείρου.

Στην Αλόννησο οι γάτες γυρνούν με όποιο όνομα κι αν τις φωνάξεις. Τρυπώνουν ανάμεσα στα πόδια σου, κεραμιδόγατες με νησιώτικη προσωπικότητα.

Μπορείς να φας ιταλικό παγωτό που μοιάζει πολύ με το gelato που γεύεσαι στις ιταλικές πλατείες.

Η τονομακαρονάδα είναι το απόλυτο must στο νησί. Οι ψαράδες βγαίνουν στα ανοιχτά και επιστρέφουν με εκλεκτό υλικό στα χέρια τους. Δίνουν στα μαγαζιά φρέσκο πράγμα και ο τόνος στην Αλόννησο είναι πεντανόστιμος, λιώνει στο στόμα. Ιδανικά βρες ένα ταβερνάκι στη Στενή Βάλα δίπλα στη θάλασσα και φάε κάθε μπουκιά αργά και κατανυκτικά.

Στο Χαγιάτι, λίγο πριν ο ήλιος δύσει, έχεις την καλύτερη θέα της θάλασσας. Θυμάμαι πως η σπιτική γαλατόπιτα είναι το γλυκό που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τη σοκολάτα.

Οι παραδοσιακές πίτες του νησιού, οι στριφτές τυρόπιτες, είναι ό, τι καλύτερο για πρωινό έδεσμα πριν την εξερεύνηση του νησιού.

Η Αλόννησος είναι η εναλλακτική πλευρά των Σποράδων.

Το μέρος που ο νους σου ησυχάζει με έναν αέρα ανεπιτήδευτο. Είναι ένα νησί με άγρια ομορφιά, που δεν το έχει αγγίζει η πρεμούρα των resorts και των δήθεν μεγαλείων. Είναι ένα μέρος στο οποίο έχεις ανάγκη να επιστρέφεις όταν όλες οι υπόλοιπες κοντινές (στη Θεσσαλονίκη) επιλογές σου φαίνονται ανιαρές.

Η Αλόννησος είναι ανεπεξέργαστη και αυτή είναι η σπουδαία ομορφιά της. 

Πηγή: http://parallaximag.gr/taxidi/diki-mou-akseperasti-alonnisos