Ο Νίκος Μαγγίτσης είναι ο μόνος Έλληνας αλπινιστής που έχει ολοκληρώσει το project των «7 summits», τις επτά υψηλότερες κορυφές σε καθεμία από τις επτά ηπείρους, καθώς και ο μόνος Έλληνας που έχει φτάσει πεζοπορικά τόσο στον Βόρειο όσο και στον Νότιο Πόλο. Έχει προπονήσει και αναδείξει δεκάδες Έλληνες πρωταθλητές στην αγωνιστική αναρρίχηση, ενώ έχει οργανώσει και υλοποιήσει πάνω από 45 αποστολές αθλητικής επιβίωσης σε όλον τον πλανήτη.

Επίσης, ως Πρεσβευτής του Ολυμπιακού Εθελοντισμού για την «ΑΘΗΝΑ 2004», επί 4 χρόνια, μετέφερε την ιδέα του ολυμπιακού πνεύματος σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι η σημαία των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 έφτασε με την πρώτη ελληνική πεζοπορία στην ιστορία, τον Φεβρουάριο του 2003, στον Νότιο Πόλο, στην Ανταρκτική.

Μαγγίτσης Νίκος – 7 summits from Christos Tsoutsias on Vimeo.

Ο Νίκος Μαγγίτσης γεννήθηκε στον Βόλο, το 1968, είναι καθηγητής Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού με μεταπτυχιακή διατριβή «Χρόνος αντίδρασης στο μεγάλο υψόμετρο» και έχει παρακολουθήσει δεκάδες σεμινάρια στον χώρο του αθλητισμού, του αθλητικού τουρισμού και των υπαίθριων δραστηριοτήτων. Το γεγονός πως ξεκίνησε την ορειβασία με τον γυμναστή του στο Γυμνάσιο Αγριάς, Γιώργο Ευθυμίου, ενώ από το 1984, ασχολείται με την αναρρίχηση και την ορειβασία στον Ε.Ο.Σ. (Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος) Βόλου, όπου και ανέλαβε ως προπονητής στην αθλητική/αγωνιστική αναρρίχηση, με ιδιαίτερη έμφαση και ευαισθησία στους νέους αθλητές, μετά τις σπουδές του στο ΤΕΦΑΑ Κομοτηνής, τον έφερε πιο κοντά σε μια εμπεριστατωμένη και επιστημονική προσέγγιση της ορειβασίας και της αναρρίχησης.

 

Έτσι, από το 1990, οργανώνει και συνοδεύει περιπατητές και φίλους του βουνού και της φύσης σε όλον τον κόσμο και, από το 1994, διοργανώνει και υλοποιεί ορειβατικές αποστολές, αλλά και αποστολές αθλητικής επιβίωσης -όπως πεζοπορικές διασχίσεις ερήμων και διάπλους θαλασσών με θαλάσσιο καγιάκ- παγκοσμίως. Το μεγάλο του όνειρο ήταν να γίνει ο πρώτος Έλληνας, που θα ολοκλήρωνε το project των «7 summits», την ανάβαση στην υψηλότερη κορυφή κάθε ηπείρου του πλανήτη.

Όλα ξεκίνησαν από το Πήλιο, ένα βουνό με δυνατότητες για μεγάλες και μικρές πεζοπορικές διαδρομές, αλλά και πολλές και δύσκολες αναρριχήσεις σε βράχους. «Το Πήλιο μου αρέσει πολύ, με εμπνέει να προπονήσω το κορμί μου και να δυναμώσω ψυχή και πνεύμα!» λέει ο αλπινιστής σε συνέντευξή του. Εκείνος μαζί με τρεις ακόμη συμπατριώτες του από την Αγριά έβαλαν στόχο την κατάκτηση των 6.000 μέτρων του Κιλιμάντζαρο στην Τανζανία. «Ήταν η πρώτη αποστολή που έκαναν Βολιώτες ορειβάτες εκτός Ευρώπης. Δε μας σταματούσε τίποτα» κι η επιμονή τους επιβραβεύτηκε όταν, μετά από -18°C και ανέμους 60χμ, αντίκρισαν τη θέα από το Μαβέντσι, μία κορυφή που έως εκείνη τη στιγμή δεν είχε ανέβει ξανά Έλληνας. «Από τότε και μετά, η ζωή μου μπήκε σε έναν ορειβατικό ρυθμό, σε αλληλουχία ορειβατικών αποστολών. Κάθε χρόνο οργανώναμε και πραγματοποιούσαμε νέες και δυσκολότερες αναβάσεις σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης».

Έπειτα από αυτήν την επιτυχία, ταξίδεψε στην Κένυα, στα Ιμαλάια, στο Εκουαδόρ, στις Άλπεις, στον Βόρειο Πόλο, για να σταθεί, τον Αύγουστο του 2000, μπροστά στους πρόποδες του Ελμπρούζ, ενός βουνού της Ρωσίας με ύψος 5.645 μέτρα.

Η ιδέα της κατάκτησης των «7 Summits» δεν ήταν του Νίκου Μαγγίτση. Τέθηκε για πρώτη φορά το 1980 από τον Ρίτσαρντ Μπας, ενώ στον Έλληνα αλπινιστή δόθηκε, το 2003, στην Ανταρκτική, από έναν από τους κορυφαίους ορειβάτες του κόσμου, τον Κόνραντ Άνκερ, ο οποίος συνάντησε τον Έλληνα στην ανάβαση του Βίνσον, ενός βουνού από πάγο με ύψος 4.897 μέτρα. Έτσι, έχοντας κατακτήσει τον Νότιο Πόλο, αποφάσισε να ξεκινήσει την πραγμάτωση του μεγάλου στόχου των 7 κορυφών.

Σειρά είχε το υψηλότερο βουνό των Άνδεων στη Νότια Αμερική, τα 6.962 μέτρα της κορυφής Ακουνκάγκουα. Ο Νίκος Μαγγίτσης είχε επιστρέψει σωματικά καταπονημένος από την Ανταρκτική, ενώ ο γιατρός που τον εξέτασε του σύστησε επιτακτικά τον δρόμο της επιστροφής. «Είσαι σχεδόν νεκρός», του είχε πει «Είχα χάσει 18 κιλά» παραδέχεται ο ίδιος. Παρ’ όλα αυτά, είχε συνεχίσει απτόητος. «Ήμουν εκεί για να κατακτήσω το βουνό», ένα βουνό δύσκολο και «ύπουλο», στο οποίο έχουν χάσει τη ζωή τους πολλοί αθλητές -ανάμεσά τους και Έλληνες. Μετά από μία περιπετειώδη ανάβαση, ύψωσε την ελληνική σημαία στην κορυφή του.

Επόμενο ήρθε το Έβερεστ, το «βουνό των βουνών», με τα 8.850 μέτρα. Ως μέλος μιας διεθνούς ορειβατικής αποστολής, έμεινε στο Όρος 64 ημέρες με τη θερμοκρασία στους -25°C και πάτησε στην ύψιστη κορυφή μετά από σχεδόν εννέα ώρες ανάβασης, στις 17 Μαΐου 2004, στις 5:45 τα ξημερώματα. Ακολούθησε το βουνό Μακ Κίνλεϊ στην Αλάσκα, όπου εκείνος και η ομάδα του έφτασαν, κουβαλώντας πάνω από 60 κιλά σε εφόδια και εξοπλισμό και με τη θερμοκρασία στους -40°C , μετά από μια πορεία δεκατεσσάρων «λευκών» ημερών, η ομάδα κατόρθωσε να δει τους πάγους της Αλάσκας από τα 6.194 μέτρα.

 

Έπειτα την κατάκτηση των Κιλιμάντζαρο (5.895 μ.) στην Αφρική και το Ελ Μπρους (5.642 μ.) στην Ευρώπη, η μόνη κορυφή που απέμενε ήταν το Κάρστενζ Πίραμιντ, ένα βουνό στην τροπική Παπούα (4.884 μ.) της Ωκεανίας. Ο Έλληνας ορειβάτης και η ομάδα του, ο Ελβετός Ρούπερτ Χάιντερ και ο Βέλγος Ρόμπερτ Χουγκ, στις 17 Μαρτίου 2008, έφτασαν με ελικόπτερο στη βάση του βουνού. «Πέρασα 30 ώρες κρεμασμένος στα σχοινιά, σε ύψος 800 μέτρων και μέσα στη χιονοθύελλα. Όταν πια βρέθηκα στην κορυφή, πήρα από το δορυφορικό τηλέφωνο τους δικούς μου στην Αγριά και έβαλα τα κλάματα. Όλοι κάποτε κλαίμε» παραδέχεται.

ο Νίκος Μαγγίτσης έχει πραγματοποιήσει αποστολές αναρρίχησης σε μοναδικές περιοχές του πλανήτη, όπως τα όρη Μπαρούντσε στα 7.128 μέτρα, Ιμαλάια στα 8.848 μέτρα, Μπρόουντ Πικ στα 8.051 μέτρα, K2 της Καρακόραμ–το βουνό «φονιάς» και δεύτερο υψηλότερο βουνό μετά το Έβερεστ- στα 8611 μέτρα, ενώ η πείρα, η άριστη κατάρτιση, η προσεκτική προετοιμασία και η ακεραιότητα ενέπνευσαν συλλόγους και δεκάδες γονείς να εμπιστευτούν τα παιδιά τους στα χέρια του σε πραγματικά δύσκολες και επικίνδυνες αποστολές, όπως στη Λενένα, 4.985 μέτρα (Κένυα της Αφρικής) με 10 Έλληνες νεαρούς ορειβάτες και τον 13χρονο Κώστα Ζαμπά, στο Κιλιμάντζαρο (Τανζανία, Αφρική) με τον 16χρονο Γιώργο Ράιο και την 17χρονη Αποστολία Κοντογιάννη και στην Ακονκάγκουα (Αργεντινή) 6.962 μέτρα, με τον Γιώργο Ράιο 17 ετών και την Αποστολία Κοντογιάννη 18 ετών, οι οποίοι και είναι οι νεότεροι Έλληνες που έφτασαν στα 6.962 μέτρα υψόμετρο.

Άλλες δράσεις του που αξίζει να αναφερθούν είναι η πεζοπορική διάσχιση στην Τυνησιακή Σαχάρα (180 χλμ σε 90 ώρες, το 2001), η διάσχιση της Σαλάρ Ντε Ουγιούνι, στη Βολιβία (154 χλμ σε 54 ώρες, το 2005), καθώς και το πρώτο χειμερινό διάπλου του Αιγαίου Πελάγους με solo kayak, από τη Λήμνο στον Βόλο (170 μίλια σε 102 ώρες), το 2002.