Υπεγράφη η υπουργική απόφαση με την οποία επιβάλλεται τέλος στη συνδρομητική τηλεόραση και ραδιόφωνο.

Σύμφωνα με την απόφαση, που υπογράφουν οι αρμόδιοι υπουργοί Ν. Παππάς και Γ. Χουλιαράκης «η κάτοχος άδειας παροχής συνδρομητικών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών υπηρεσιών μέσω δορυφόρου ή καλωδιακών δικτύων ή ο πάροχος γραμμικών τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω ευρυζωνικών δικτύων καταβάλλει εφάπαξ, για την απόκτηση της άδειας ή τη χορήγηση της έγκρισης περιεχομένου από το Ε.Σ.Ρ. ανά περίπτωση, οικονομικό αντάλλαγμα ύψους σαράντα τεσσάρων χιλιάδων και είκοσι ένα (44.021) ευρώ για κάθε είκοσι τέσσερις (24) ώρες του συνολικού σε ημερήσια βάση χρόνου μετάδοσης τηλεοπτικού προγράμματος, καθώς και οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων τεσσάρων (8.804) ευρώ για τον αντίστοιχο χρόνο ραδιοφωνικού προγράμματος».

Κάτι που με απλά λόγια σημαίνει 16,06 εκατ. ευρώ το χρόνο για ένα συνδρομητικό τηλεοπτικό δίκτυο και 3,2 εκατ. ευρώ για ένα συνδρομητικό δίκτυο ραδιοφώνου!

Το σχετικό ποσό καταλογίζεται με πράξη του Ε.Σ.Ρ., η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από τη χορήγηση της άδειας ή της έγκρισης περιεχομένου από το Ε.Σ.Ρ.

Η επιβάρυνση όμως δε σταματά εκεί, αφού όπως ορίζει η απόφαση, «η κάτοχος άδειας παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω δορυφόρου ή καλωδιακών δικτύων ή ο πάροχος γραμμικών τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω ευρυζωνικών δικτύων καταβάλλει ετήσιο οικονομικό αντάλλαγμα ύψους μισό τοις εκατό (0,5%) επί των ακαθάριστων εσόδων του από δραστηριότητες παροχής συνδρομητικών ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών, αυξανόμενο κάθε δύο έτη κατά το ίδιο ποσοστό (0,5% για το πρώτο και δεύτερο έτος, 1% για το τρίτο και τέταρτο έτος κ.λπ.) και μέχρι του ποσοστού του 3% επί των ανωτέρω εσόδων κατ’ ανώτατο όριο».

Τα ετήσια οικονομικά ανταλλάγματα καταλογίζονται με πράξη του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης. Μάλιστα για την έκδοση της ανωτέρω πράξης, η κάτοχος της άδειας ή ο πάροχος γραμμικών τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω ευρυζωνικών δικτύων υποβάλλει ετησίως στο Ε.Σ.Ρ. τον ισολογισμό του, εντός ενός (1) μηνός από τη νόμιμη δημοσίευσή του, με τα συνοδεύοντα αυτόν οικονομικά στοιχεία και βεβαίωση ορκωτού ελεγκτή – λογιστή.