Περί διακρίσεων, εθνικής ταυτότητας και απαξίωσης | της Μαλαμώς Σταμέλου, εκπαιδευτικού*

Η αφορμή για το άρθρο αυτό δόθηκε από αντιδράσεις που καταγράφουμε τα τελευταία χρόνια στις σχολικές εκδηλώσεις κατά τις οποίες τιμούμε εθνικές επετείους. Συστάσεις, φραστικές επιθέσεις και τηλεφωνικές απειλές αποτελούν τις εν λόγω αντιδράσεις  όσον αφορά το περιεχόμενο των γιορτών ή τον τρόπο επιλογής των μαθητών που μετέχουν ως εκπρόσωποι του σχολείου στις αντίστοιχες εκδηλώσεις της ευρύτερης κοινότητας. Αντιλαμβάνομαι ότι οι αντιδράσεις αυτές υπαγορεύονται από έναν προβληματισμό σχετικά με τους κινδύνους που διατρέχει η  εθνική μας ταυτότητα και ότι βέβαια εκφράζουν απερίφραστα την έντονη απαξίωση που βιώνει σήμερα το δημόσιο ελληνικό σχολείο και οι λειτουργοί του. Για όλα αυτά θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τους προβληματισμούς μου.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Ας ξεκινήσουμε με το θέμα της συμμετοχής όλων των μαθητών σε εκδηλώσεις εθνικού περιεχομένου. Η λογική που επικρατεί στο θέμα αυτό είναι η λογική της ισότιμης μεταχείρισης και η αποφυγή στο μέτρο του δυνατού πιθανών διακρίσεων. Άλλωστε στις αρχές αυτές θεμελιώνεται εν γένει η αντιμετώπιση του κάθε μαθητή στο ελληνικό σχολείο. Η μόνη εμφανής εξαίρεση είναι η επιλογή του σημαιοφόρου και των παραστατών ανάλογα με τις βαθμολογικές επιδόσεις τους.

Τι σημαίνει, όμως, ισότιμη μεταχείριση των μαθητών και ποια η αναγκαιότητά της στο σχολείο; Σημαίνει να γίνεται σεβαστή η προσωπικότητα κάθε μαθητή, να ακούγεται η γνώμη του, να λαμβάνονται υπ’ όψιν  οι ανάγκες του, να έχει πρόσβαση σε κάθε μορφή γνώσης και έκφρασης. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για να νιώθουν όλοι οι ο μαθητές ασφάλεια, να τονωθεί η αυτοπεποίθησή τους, να εδραιωθούν σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους συμμαθητές και τους καθηγητές τους. Αν επιτευχθούν όλα αυτά το παιδί μπορεί να αποκομίσει θετικά στοιχεία από το σχολείο, όπως η γνώση αλλά  και η ομαλή κοινωνική ένταξη.

Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ζούμε σε μια ταξική κοινωνία και ότι όσο βαθαίνει η οικονομική κρίση που μας ταλαιπωρεί τόσο βαθαίνουν και οι κοινωνικές ανισότητες. Όμως αν θέλουμε να υπηρετήσουμε ευσυνείδητα το ρόλο  του παιδαγωγού είμαστε υποχρεωμένοι να κρατάμε τη λογική της διάκρισης μακριά από το σχολείο. Διακρίσεις μπορούν να γίνουν πολλές. Οι μαθητές μας είναι άλλοι επιμελείς κι άλλοι αδιάφοροι, άλλοι έντιμοι κι άλλοι πονηροί, άλλοι αριστοκράτες κι άλλοι λαϊκοί, άλλοι αθλητικοί κι άλλοι αντιαθλητικοί, άλλοι πλούσιοι κι άλλοι φτωχοί, άλλοι ήσυχοι κι άλλοι ζωηροί, άλλοι υγιείς κι άλλοι με προβλήματα υγείας, άλλοι σκιαθίτες κι άλλοι όχι, άλλοι έλληνες κι άλλοι ξένοι. Αλίμονο όμως αν κάναμε διακρίσεις ανάμεσά τους και δεν προσπαθούσαμε να εξομαλύνουμε τις διαφορές τους, αν αντίθετα τις τονώναμε και τους στρέφαμε τον έναν ενάντια στον άλλο. Αλίμονο αν δεν προσπαθούσαμε να τους μάθουμε να ζουν ειρηνικά, να συνεργάζονται και να συμπορεύονται.

Αν επικρατήσουν αυτές οι διακρίσεις το σχολείο θα γίνει πηγή δυστυχίας για μαθητές και δασκάλους. Η απόρριψη και η πίκρα δημιουργούν αποκλεισμό και θα γεννήσουν την καχυποψία και τον αρνητισμό. Μπορεί να οδηγήσουν και σε επιθετικότητα και βία, το σίγουρο όμως είναι θα δυναμιτίσουν κάθε προσπάθεια εμπέδωσης της εμπιστοσύνης που αποτελεί το βασικό θεμέλιο για τη μετάδοση και κατάκτηση της γνώσης. Ειδικά στο Λύκειο οι μαθητές έχουν να αναμετρηθούν με την εμβάθυνση σε υψηλά εξειδικευμένη γνώση και με μια αγχώδη προετοιμασία για τις απαιτητικές πανελλαδικές καθώς και για την απαιτητική αγορά εργασίας που τους περιμένει. Γι’ αυτό χρειάζεται η εμπιστοσύνη και η ανθρώπινη αντιμετώπιση με κατανόηση και σεβασμό. Και  γι’ αυτό κοιτάμε τι μας ενώνει κι όχι τι μας χωρίζει.

Κι έρχεται η στιγμή να γίνει λόγος για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Η παγκοσμιοποίηση και η ευρύτατη μετακίνηση πληθυσμών που αυτή πυροδότησε δημιουργεί αναμφίβολα πολλούς προβληματισμούς για τις απειλές που δέχεται η εθνική φυσιογνωμία ενός μικρού κι αδύναμου οικονομικά και στρατιωτικά λαού, όπως οι Έλληνες.

Ας εξετάσουμε όμως το θέμα με μια πιο καθαρή ματιά. Τι περιλαμβάνει η ελληνική εθνική ταυτότητα, ποια είναι τα στοιχεία που διακρίνουν τον ελληνικό λαό από τους άλλους λαούς; Εθνική συνείδηση και ταυτότητα έχει ο Έλληνας που γνωρίζει ελληνική ιστορία και νιώθει περήφανος για τα κατορθώματα των προγόνων του. Εθνική συνείδηση και ταυτότητα έχει ακόμη ο Έλληνας που μιλά, διαβάζει, κατανοεί και γράφει την ελληνική γλώσσα. Αυτός που διαβάζει την ελληνική λογοτεχνία, που γνωρίζει τι πρόσφερε η Ελλάδα στην επιστήμη και τη φιλοσοφία. Αυτός που γνωρίζει και τηρεί τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας. Και πάνω απ’  όλα και πριν απ’  όλα αυτός που ζει με τις αξεπέραστες ανθρωπιστικές αξίες που μας κληροδότησε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και η ορθόδοξη χριστιανοσύνη. Να αναφέρω έτσι πρόχειρα μερικές από αυτές τις γνωστές σε όλους αλλά και προδομένες, φοβάμαι σήμερα, αξίες; Πρόκειται για την ισονομία, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την προσήλωση στην τήρηση του νόμου, τη σημασία της αυτογνωσίας, το μέτρο, την ταπείνωση, την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά…….

Αν όλα αυτά αποτελούν τη εθνική ταυτότητα, τότε κι εγώ ανησυχώ γι’ αυτήν. Και μπορώ να φέρω αρκετούς καλούς λόγους:

  • Γιατί από τους 170 μαθητές του σχολείου μας παρέλασαν λιγότεροι από το 1/3, ενώ οι υπόλοιποι δήλωσαν ότι ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ. Κι όμως ανερυθρίαστα «καφεδίζαν» στις παραλιακές καφετέριες και σχολίαζαν όσους μετείχαν στην παρέλαση. Καμία συναίσθηση ότι ανήκουν στη μαθητική κοινότητα και απέχουν από μια πολυσήμαντη εκδήλωσή της.  
  • Γιατί ακόμη, βλέπω τους μαθητές μου να κυκλοφορούν με πανάκριβα κινητά και ρούχα, αλλά να δηλώνουν επίσης ανερυθρίαστα ότι δεν έχουν χρήματα για να αγοράσουν τη στολή της παρέλασης.
  • Γιατί οι μαθητές μου αντιδρούν και δυσφορούν όταν λέω ότι θα διαβάσουμε Παπαδιαμάντη.
  • Γιατί όταν το Πνευματικό Κέντρο των Ιερών Ναών Σκιάθου διοργανώνει βραδυές Παπαδιαμάντη και Μωραϊτίδη  επί σειρά ετών το κοινό του αριθμεί το πολύ 30 άτομα. Πόσοι γονείς καθίσαμε άραγε τις κρύες νύχτες του χειμώνα να μυήσουμε τα παιδιά μας στη μαγεία του μεγάλου λογοτέχνη που όλοι τον διαφημίζουμε σαν τουριστική ατραξιόν, αλλά δεν έχουμε ούτε καν τα άπαντά του στη βιβλιοθήκη μας; Πόσοι γονείς αντί να διαβάσουμε στα παιδιά μας Παπαδιαμάντη  ή άλλα ελληνικά λογοτεχνήματα καθόμαστε μαζί τους μέχρι αργά τη νύχτα και παρακολουθούμε ανελλιπώς τα τηλεσκουπίδια;
  • Γιατί μαθητές και ενήλικες έχουν τόση ιστορική θολούρα που συγχέουν τους Τούρκους με τους Γερμανούς κατακτητές και το 1821 με το 1940. Γιατί πολλοί  μαθητές όταν έχουν ιστορία την πρώτη ώρα αποφεύγουν να μπουν στην τάξη, αφού είναι αδιάβαστοι.
  • Γιατί αν διαβάζαμε εδώ και χρόνια ιστορία θα γνωρίζαμε για πολλούς ξένους (Μπάυρον,  Σανταρόζα) που πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων για σοβαρές εθνικές μας υποθέσεις. Θα γνωρίζαμε επίσης πόσο συχνά στην ιστορία μας πληρώσαμε τους διχασμούς με αίμα, πολύ αίμα που έβαψε αδελφικά χέρια.
  • Και μη βιαστείτε να πείτε ότι οι τεμπέληδες και κακοί δάσκαλοι δε τους τη μαθαίνουν.
  • Γιατί τόσα χρόνια εδώ στη Σκιάθο δεν έχω δει έναν σκιαθίτη μαθητή να ξέρει την τοπική ιστορία, να ξέρει τα τοπωνύμια, να ξέρει τι υπήρχε πριν από 50-60 χρόνια τι υπήρχε στην οδό Παπαδιαμάντη στην οποία κάθε μέρα περπατούν.
  • Γιατί εγκαταλείψαμε την ντοπιολαλιά μας για να μη μας περνούν για επαρχιώτες.
  • Γιατί χάσαμε τη μουσική μας παράδοση, δεν έχουμε ούτε έναν λαϊκό οργανοπαίχτη…
  • Γιατί αν «γκουγκλάρει» κανείς το όνομα Πλάτων με λατινικούς χαρακτήρες θα βρει άπειρα αποτελέσματα στο διαδίκτυο, αφού υπάρχει τεράστια αναθέρμανση του παγκόσμιου ενδιαφέροντος για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Κι όμως οι δικοί μας μαθητές μισούν τα αρχαία ελληνικά, βουλιαγμένοι στους ηλεκτρονικούς παραδείσους και στο σκοτάδι της άγνοιας για τον Πλάτωνα, τον Πρωταγόρα, τον Αριστοτέλη και όλους τους αρχαίους.
  • Γιατί εμείς οι γονείς χάσαμε το μέτρο, κι ανατρέφουμε γενιές προσηλωμένες στην καλοπέραση που απεχθάνονται τον κόπο και την εργατικότητα, τη θυσία και την αφοσίωση που απαιτεί η γνώση.
  • Γιατί οι περισσότεροι μαθητές μας γράφουν greeklish.
  • Και γιατί δεν ξέρουν να γράφουν καλά ελληνικά και πολλοί από αυτούς δυσκολεύονται να κατανοήσουν ένα άρθρο του ημερήσιου τύπου. Κι αυτό γιατί έχουμε ορίσει ως babysitter στα παιδιά μας τους υπολογιστές, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα I phone και τα τάμπλετ. Υπονομεύουμε το γλωσσικό τους αισθητήριο κι αδειάζουμε τα μυαλουδάκια τους από τη σκέψη.

Θα μπορούσα να μετρήσω κι άλλα γιατί, αλλά δεν θέλω να καταχραστώ την υπομονή σας.

Θα κλείσω με κάποιες σκέψεις για την αρνητική  στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο σχολείο και τους λειτουργούς του.

Σε  μια περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η πίκρα και η αγωνία που πολλές φορές εκφράζονται με την απόρριψη του ενός από τον άλλο , ακόμη και με εριστικότητα και επιθετικότητα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό οι εκπαιδευτικοί ίσως έχουν την πρωτιά στην αμφισβήτηση της αξίας τους.  Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι το δημόσιο σχολείο είναι μια μοναδική ανθρώπινη κατάκτηση που επιτεύχθηκε μετά από χιλιάδες χρόνια πολιτισμού. Την ανάγκη της δημιουργίας του επεσήμανε πρώτος ο Αριστοτέλης, αλλά χρειάστηκαν περίπου δυο χιλιάδες χρόνια για να υλοποιηθεί.

Κι όμως το δημόσιο ελληνικό σχολείο σήμερα είναι αντιμέτωπο με καίριες αντιφάσεις και μεγάλες προκλήσεις :

  • Είναι υποστελεχωμένο και υποχρηματοδοτούμενο από την πολιτεία, την κεντρική διοίκηση.
  • Οι εργαζόμενοι σε αυτό, πολλές φορές πρόσωπα με μακρόχρονες σπουδές, είναι υποαμειβόμενοι, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων στην Ελλάδα σήμερα, ενώ και τα εργασιακά δικαιώματα τους τείνουν συνεχώς να παραβιάζονται.
  • Οι μαθητές προέρχονται από οικογενειακά περιβάλλοντα με πολλά και ποικίλα προβλήματα. Πολλά παιδιά ασφυκτιούν μέσα στην οικογενειακή εστία που πλήττεται από την κρίση κι οι δάσκαλοι πρέπει να σταθούν δίπλα τους με υπομονή και ανθρωπιά, και να παράσχουν την απαραίτητη ψυχολογική υποστήριξη. Πρέπει να εκτονώσουν το φορτίο που τα παιδιά κουβαλούν από το σπίτι τους και να του δώσουν δημιουργική διέξοδο. Επιπλέον, πρέπει να υπερνικήσουν όλες τις άλλες σειρήνες που παρασύρουν τους νέους, να νικήσουν την αδιαφορία τους και να τους προσφέρουν τον επιστημονικό γνωστικό εξοπλισμό που χρειάζονται για την ακαδημαϊκή καριέρα τους. Κι αμφισβητούν κι αυτοί με τη σειρά τους το σχολείο αφού θεωρούν ότι μπορούν να αγοράσουν την γνώση στο φροντιστήριο.
  • Ελάχιστοι γονείς έρχονται να ρωτήσουν και να συνεννοηθούν με τους καθηγητές για την πρόοδο και τη συμπεριφορά των παιδιών τους. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις γονιών που διαθέτουν χρόνο και υπομονή για να συντρέξουν το σχολείο στα προβλήματά του.

Όλοι γίνονται με ευκολία τιμητές αφήνουν αιχμές για τη νωθρότητα και την αδιαφορία των εκπαιδευτικών, για τις εκδρομές και τις διακοπές. Πότε ήρθαν να ρωτήσουν τα προβλήματά μας, πότε και πόσοι από την τοπική κοινωνία ήρθαν στις παραστάσεις, στις συναυλίες, τις εκδηλώσεις που σε υστέρημα χρόνου διοργανώνουμε για να δουν αν υπηρετούμε ή όχι την εθνική ταυτότητα; Και πού το ξέρουν όλοι αυτοί αν μελετάμε, ή ερευνάμε ή επιμορφωνόμαστε ή δείχνουμε στους μαθητές μας το δρόμο της τέχνης και της παράδοσης στον ελεύθερο (από τις άλλες υποχρεώσεις μας;)  χρόνο του σαββατοκύριακου και των διακοπών;

Ε λοιπόν,  Φτάνει πια!! Ότι στέκεται όρθιο μέσα στο δημόσιο σχολείο,  σε μια κοινωνία που από τη  νωθρότητά της αφήνει τους θεσμούς της να καταρρεύσουν, οφείλεται  στο φιλότιμο και στα όχι ανεξάντλητα ψυχικά αποθέματα των ελλήνων εκπαιδευτικών. Και την κάνει την δουλειά του. Και γνώσεις παίρνουν τα παιδιά και με τις υψηλές αξίες του ελληνικού  πολιτισμού έρχονται σε επαφή και, το σημαντικότερο, καλλιεργούν με πολλαπλούς τρόπους την κοινωνικότητά τους.  Και αριστούχους βγάζουμε, και οι μαθητές μας πρωτιές κατακτούν, και αξιόλογοι άνθρωποι, σωστοί επαγγελματίες και ευσυνείδητοι οικογενειάρχες γίνονται αργότερα στην κοινωνία. Και δόξα τω Θεώ σχεδόν όλους τους παλιούς μαθητές μας έχουμε πολλούς λόγους να τους καμαρώνουμε!!!!!!!!!!!!!

Με το κείμενό μου αυτό δεν εκφράζω σε καμία περίπτωση τη διάθεση να προκαλέσω αντιπαράθεση ανάμεσα στο σχολείο και την τοπική κοινωνία. Δεν έχω καμία διάθεση να αποδώσω ευθύνες, ούτε να πυροδοτήσω  διχασμούς  και μακριά από μένα κάθε περίπτωση «καταγγελολαγνείας».

Θέλω μόνο να δώσω μια αφορμή για σκέψη, μια άλλη οπτική για να βλέπουμε τα πράγματα.

Θέλω ακόμη να επιστήσω την προσοχή στο πόσο ευαίσθητος είναι ο χώρος του σχολείου, πόσο πρέπει να ελέγχουμε τις αντιδράσεις μας  όταν έχουμε να κάνουμε με παιδιά, και τα παιδιά των άλλων και τα δικά μας. Η έκφραση κριτικής καλοπροαίρετης μπορεί να αποτελέσει αφορμή για συζήτηση και είναι καλοδεχούμενη. Η ειρωνεία, η απειλή πικραίνει και τραυματίζει, ας προσέχουμε ποιον!

Το δημόσιο σχολείο είναι η τελευταία ελπίδα της συντριπτικής πλειοψηφίας των παιδιών μας να μάθουν γράμματα, να μάθουν ιστορία, να γνωρίσουν την επιστήμη και  την παράδοση.  Γι’ αυτό μια κοινωνία που διέπεται από σύνεση στηρίζει το σχολείο, συμπορεύεται με τους δασκάλους, ακόμη κι αν διαφωνεί μαζί τους.

Αν του δώσουμε μια και το γκρεμίσουμε τα ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΠΑΙΔΙΑ θα μείνουν αγράμματα ……..

*Μαλαμώ Σταμέλου – φιλόλογος

Loading...